• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Τέο, Ιτετέο 2
Πάνος Θεοδωρίδης | 20.06.2014 | 18:07
Απόκρηες στον βάλτο.
 
Αποκρουστικές Κυριακές. Καθαρά Δευτέρα και ήλιος του Φλεβάρη, ήλιος του Μάρτη στην εξαιρετικά φτωχή πόλη με τη μία και μοναδική άσφαλτο, μελαγχολικές πριγκίπισες, άστρα της αυγής και καουμπόιδες περπατούν επάνω στη σκονισμένη βόλτα.
 
Ηταν το όραμα και το έρμαιο κάθε υποψήφιου σουρεαλιστή, κάθε επαρχιώτη φωτογράφου συντετριμμένου από την αδήριτη μοναξιά .
 
Το βράδυ πάντως όταν είχε απόκρηες το φεγγαράκι, έβγαινε ο τρόμος να κυκλοφορούσε στην πόλη .Καθώς η νύχτα έπεφτε, κάθε σκοτεινή γωνιά ,κάθε παρτέρι και πάρκο ,κάθε τόπος γινόταν απαγορευμένος.
 
Έβγαιναν από τα σπίτια τους και σχημάτιζαν ομάδες ανά πέντε ή δεκαπέντε άτομα τα λεγόμενα άγρια καρναβάλια. Γι’ αυτά δεν άκουσα να γίνεται λόγος σε καμιά λογοτεχνική πραγματεία. Στα Γιαννιτσά τα καρναβάλια αυτά δεν ήτανε μήτε μπούλες, μήτε κουδουνάδες, μήτε φεσοφόροι μήτε τίποτα. Ήταν σκεπασμένοι από την κορφή έως τα νύχια ,κουκουλωμένοι ,μαγκουροφόροι.
 
Δουλειά τους ήταν να τρομοκρατούνε τους μοναχικούς, τους κτυπούσαν με την μαγκούρα, τις μικρές ομάδες τις περικύκλωναν μέσα σε απόλυτη σιωπή και αφού τις εξουθένωναν με τη διάφανη απειλή , τις σκόρπιζαν μετά με τη μαγγούρα. Σαν ρουγκατσάρια  ή ραγκουτσάρια;δεν μπορώ να καταλάβω.
 
Το βράδυ έστηναν μεγάλες φωτιές στους μαχαλάδες τους και χόρευαν τριγύρω πηδώντας τες όταν καταλάγιαζαν, εκτός από μερικούς τελείως απάτσι που έμπαιναν στις λόγχες της φωτιάς με θάρρος και αποκοτιά .
 
Θυμάμαι έναν που μπήκε παράτολμα στη φωτιά καψαλίστηκε ,και βρήκε ως λύση να ξυρίσει τα μισά του φρύδια ,το εξωτερικό ήμισυ ,που είχε πάθει τη ζημιά και να εμφανίζεται στο ποδήλατο του ως ένας τρομακτικός μασκοφόρος που του εδόθη βεβαίως αυτοστιγμή το επώνυμο του παλαμίδα διότι όπως ξέρετε παλαμίδας επονομάζεται ο καθένας χωρίς ευδιάκριτα φρύδια όπως ο καθένας με μεγάλα αυτιά επονομάζεται Ντικ.
 
Αλλά αρκετά για τα Γιαννιτσά.
 
 
Με εντυπωσιάζει ίσως άδικαδιότι δεν παρέδωσα όλες τις ελπίδες μου στο απώτατο μέλλον ότι τη θετινή ανταπόκριση τούτης της εκπομπής του «Ροκ των Μακεδόνων» τη χρωστάω και να είναι καλά, σε θεσσαλικές παρέες, θρακικές επαγγελματικές συντεχνίες ,σε σαλονικιούς συνταξιούχους, αλλά καμιά κρίση δεν έφτασε ακόμα [1994] στη Γεωργική Σχολή ή στο σπιτικό μου από τους φιλτάτους μου Γιαννιτσιώτες.
 
Το πιθανότερο είναι ότι δεν ακούνε βέβαια πολιτιστικό ραδιόφωνο μπας και χαλάσει η κρέμα και θεωρηθούν τίποτα αδύναμοι χαρακτήρες, τίποτα γυναικωτοί γενικά του πολιτισμού ,οπότε θα βγάλουνε καρφιά οι πολυθρόνες από τις καφετέριες όπου εδώ και δύο ινδικτιώνες σέρνονται.
 
Πάντως δε θα συνόδευα σωστά την ηχητική μπάντα του 50 αν δεν περιέγραφα λίγο το πατρικό και πολιτικό κλίμα της εποχής. Μη θεωρήσετε ότι την εποχή εκείνη ήμασταν τόσο αδιάφοροι για την πολιτική όσο είναι σήμερα τα παιδιά των δέκα χρόνων.
 
Εγώ θυμάμαι αδιόρατα τον πόλεμο της Κορέας που έληξε το 53 και αόριστα επίσης τον πατέρα μου ντυμένο στο χακί σε κάποια επιστράτευση που έγινε καθώς εξακρίβωσα μετά το 51. Η πρώτη μου σαφής άποψη και μνήμη ήταν η μέρα της κηδείας του Παπάγου όπου στην εφημερίδα Δράση  ο στρατάρχης εκείτο νεκρός στο κέντρο της φωτογραφίας ενώ στην κάτω αριστερά γωνία της πρώτης σελίδας υπήρχε ολόσωμος φωτογραφία του Κωνσταντίνου Καραμανλή.
 
Ο νέος πρωθυπουργός .
 
Μου ήταν επίσης οικείος ο Μαρκεζίνης και ο κύριος Στεφανόπουλος που όλοι στο καφενείο θεωρούσαν ότι τον έρριξαν. Σημειωτέον ότι στα Γιαννιτσά το κλίμα ήταν συντηρητικό και έπαιζε μεταξύ ΕΡΕ και διαφόρων κεντρώων ενώ στη Θεσσαλονίκη οι συγγενείς μας δε δίσταζαν να δαγκώσουν την ψήφο του προτού πέσει αύτανδρος προς την ΕΔΑ.
 
Ο πατέρας μου που είχε διαπρέψει ως εθνικόφρων ένα τέταρτο του αιώνα. Μετά το 55 στράφηκε στην οικογένεια του και στο δασκαλίκι με απόλαυση μειώνοντας τις πολιτικές του εκρήξεις. Ήταν οπαδός της λήθης και των ίσων ευκαιριών αλλά υποθέτω υπό την ανοχή του νικητή και όχι υπό την αγωνία του νικημένου.
 
Η πιο ευτυχισμένη στιγμή του δεκαπενθήμερου ήταν όταν με έπαιρνε μετά που πληρωνότανε και βγαίναμε στην αγορά με τα τεφτέρια μας να ξοφλήσουμε τους εμπόρους. Πάντα μου εδιηγείτο ιστορίες για λίρες που του έτυχαν στο βίο του και δε τις επήρε τονίζοντάς μου ότι δεν υπάρχει γλυκύτερο συνάισθημα από την τίμια φτώχεια.
 
Με την τίμια φτώχεια υποτίθεται είχες το κεφάλι ψηλά και σε έπιανε ύπνος,ενώ αν ήσουνα απατεώνας σε βάραινε η συνείδηση.
 
Με αυτή την κουβέντα πάντοτε φθάναμε πρώτα στον μανάβη τον Γεωργιάδη όπου ο λογαριασμός εξωφλείτο τάχιστα. Μετά περνούσαμε από τον χασάπη που πάντοτε έμενε υπόλοιπο και για το άλλο δεκαπενθήμερο και από τον μπακάλη που τον εξωφλούσαμε κι αυτόν καταλήγαμε στο κουρείο του Φραντζή για ένα περιποιημένο κούρεμα που περιελάμβανε μπριόλ στο σβέρκο και έπειτα πηγαίναμε στο καφενείον το Αριστον όπου έπαιζε τάβλι μια ή δυό φορές την εβδομάδα.
 
Πάνω από τη μισή μας ζωή ήταν στραμένη στα οικονομικά μας ζητήματα.
 
Από μικρούς μισθούς έπρεπε να βγούν όλα και η μόνη λύση ήτανε οι δόσεις. Δόσεις για βιβλία, δόσεις για πετρογκάζ. Τα σοβαρότερα ,ήρθαν στο τέλος. Μια μέρα το ’59 ο πατέρας μου γύρισε σπίτι χλωμός σαν να του είχανε πιεί το αίμα και είπε στη μάνα μου τα εξής: τον είχε καλέσει ο τότε διοικητής χωροφυλακής και του είπε ότι μετά το αποτέλεσμα των εκλογών του ΄58 όπου η ΕΔΑ είχε πάρει του κόσμου τους βουλευτές, ο εθνικόφρων κόσμος έπρεπε να  ενωθεί και να πάρει τα μέτρα του και ότι υπολόγιζαν σ’αυτόν με δεδομένη αντικομουνιστική δράση να στελεχώσει τη νέα προσπάθεια.
 
Ο πατέρας μου αρνήθηκε θεωρώντας πως δεν υπάρχει λόγος δέκα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου να συνεχισθεί με άλλην μορφή.
 
’Ηταν οπαδός της λήθης. Παρέμεινε αντικομουνιστής αλλά ξέκοψε τελείως από τη δεξιά. Από το ’61 και μετά ήταν ένας κεντρώος, μεσόκοπος, οικογενειάρχης άνθρωπος.
 
Αλλά βέβαια οι καρφίτσες και οι ενώσεις της δεξιάς πήραν κι έδωσαν έκτοτε χωρίς αυτόν.
 
Η πολιτική ζωή κυριαρχούνταν ανάμεσα στις παρεμβάσεις των πολιτευτών και στις βραδινές εφόδους της ασφάλειας, που με όλο και αραιότερο ρυθμό έπαιρναν κάποιον για εξορία ή έφερναν πίσω κάποιον άλλον.
 
Η ζωή στην πόλη ,οι εκδηλώσεις της,  η χαρά της ,οι δουλειές, γίνονταν κυριολεκτικά για το μισο της χώρας επειδή η άλλη μισή βρισκόταν σε πολιτική ομηρεία.
 
Αυτό άρχισε ν’αλλάζει με τη βία και νοθεία το ’61 όπου για πρώτη φορά το Κέντρο άρχιζε να παίζει κάποιο ρόλο. Η πολιτική ζωή του ’50 ήταν μουντή και περνούσε μέσα από τα γραφεία της χωροφυλακής περισσότερο κι από τα πολιτικά γραφεία. Χρειαζόσουνα για κάθε πολιτική ή όχι πράξη σου ,έγκριση και χαρτί από τη χωροφυλακή.
 
Το ζήτημα ήταν ακόμη ισχυρότερο στην Μακεδονία διότι παρά τις διαμαρτυρίες από την αριστερά ότι την αντιμετωπίζουνε προβοκατόρικα ,υπήρχε ένας φόβος κομιτατζήδων και πρακτόρων εκ βορρά,βιωμένος σε ταπεινούς ανθρώπους,που καμιά φορά δεν ήξερες αν επρόκειτο για πρόσφατες επιχειρήσεις του 43 και του 49 ή του 1906.
 
Μέσα σ’αυτό το πλαίσιο που ήταν δύσκολο να δει κανείς πέρα από τη μύτη του, όχι πέρα από το σπίτι του.
 
Η ζωή είχε και μερικές σπάνιες χαρές, πανηγύρια, παζάρια, χορούς και κινήματα γοφών, είχε νυχτέρια και γλέντια απόρρητα ,είχε λαγνεία, είχε χανουμισες που ήρχοντο στα Γιαννιτσά και τα έπιαναν χοντρά από τους μπεκιάρηδες με λεφτά .
 
Οι φωτογραφίες του ’50 ξέρετε, σπανίως ψεύδονται.Το χαμόγελο είναι σπάνιο αλλά γεμίζει το φόντο, πλουτίζει τον φωτογραφικό κοκκο.Σοβαροί γραβατωμένοι με κοτιγιόν .
 
Μπορεί σαν παιδιά να βλέπαμε τον κόσμο κάτω από τη ζώνη των μεγάλων και οι δυνατότητες που είχαμε ανάμεσα κατηχητικά, προσκόπους και τη λεγόμενη αλητεία να ήταν πλασματικές και σε τελική ανάλυση αστείες, αλλά το 50 έδωσε σε όλους μας ένα σκελετό αρκετά δυνατό ώστε να είμαστε υπομονετικοί και αρκετά αλύγιστοι, ώστε να γίνουμε του κόσμου τα κορόιδα.
 
Ισως εδώ πρέπει να να πω πόσο τυχεροί ήμασταν, μια ομάδα παιδιά για το σχολείο που ζούσαμε. Ηταν ένα σχολείο, το τρίτο δημοτικό ,καμωμένο με κοινή συνείδηση μιας ολόκληρης γειτονιάς μιας ολόκληρης πόλης και μερικών οργανώσεων του εξωτερικού.
 
Την προσπάθεια την είχε εμψυχώσει  ο πατέρας μου που είχε κάνει σκοπό της ζωής του να  χτίσει αυτό το σχολείο.Το σχολείο μας είχε τραπεζάκια αντί θρανία, είχε αίθουσα με ατμομηχανή και κινηματογράφο, είχε βιβλιοθήκη και κήπο που μαθαίναμε τη φυτολογία.
 
Σπανίως λέγαμε το μάθημα, μήτε μας έκαναν μάθημα, είχαμε μάθει να κάνουμε εργασίες και να λέμε οι ίδιοι το μάθημα στα υπόλοιπα παιδιά.
 
Πρακτικά δεν λείπαμε ποτέ από το σχολείο από το πρωί ως το βράδυ.
 
Αλλά τι σημαίνει δε λείπω από το σχολείο.
 
Μήπως με αυτόν τον τρόπο που εξηγει την παιδικότητα μας μάθαμε ότι πάντοτε οι δάσκαλοι βρίσκονται πολύ πάνω από μας, μήπως με αυτό τον τρόπο καταστρέψαμε τη δυνατότητα να εξαφανίζουμε ακόμη και τα θετικά είδωλα;
 
Μήπως αγαπώντας τόσο τους δασκάλους και τη γνώση πέσαμε θύμα του κάθε ανόητου που χρησιμοποίησε τη γνώση όπως εμείς τα γραμματόσημα, δηλαδή κολλώντας σάλιο στη νεκρή πλευρά του πράγματος;
 
Δεν έχω ιδέα, δεν μπορώ να ξέρω. Φοβάμαι ότι αποκτήσαμε μερικές αρχές που δεν ήτανε και ολοκληρωμένες και έτσι δημιουργήθηκε μια ψευδής βεβαιότητα. Λόγω αρχών δε προχωρούσαμε με τόλμη και λόγω τόλμης να μή λογαριάζουμε αρχές.
 
Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι αγριόγατοι από άλλες ηλικίες καταλάβανε τι μελό ήμασταν και μας διέρρηξαν αυτοπροσώπως.
 
Γι αυτό το λόγο αγαπητοί μου έχει θέση η επίμεικτος λογοτεχνία που επιχειρώ.
 
Ακούοντας  η γειτόνισσα το Ζερμπινιώ,τη γραία Αχτίτσα να κελαϊδεί επί της παστρικής της παντούφλας, «ω μίστερ Τάλιμαν,τάληρο η μπανάνα» κατάλαβε ότι κάτι σημαντικό της συνέβη.
 
Ηρθε γράμμα εξ Αμερικής όπου ο ναύκληρος Χάρης Μπελαφόντες μαζί με την αναγγελια του χαμού του μονάκριβου υιού της,της ενεχείριζεν διά δέματος πατατούκαν του πλήρην φλωρίων τα οποία ο δυστηνής νέος συγκέντρωνε για να τα αρμαθιάσει πέριξ του λαιμού της μητρός του Αχτίτσης όποτε,εάν και όταν αύτη θα επεχείρει τον δεύτερον της γάμο καθότι ο πατήρ Αχτίτσος υπήρξεν και πότης και πόρνος.
 
Μετά η Ζερμπινιώ έκλεισε το παραθύρι και άνοιξε το ραδιόφωνο να παίξει ελευθέρως Πεπίνο Γκαλιάρντι.