• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Γιαννιτσά,η περιοχή του Ιμαρέτ και του τάφου του Γαζή Εβρενός
Ο Σαββόγλου γέλασε ,1
Πάνος Θεοδωρίδης | 16.06.2014 | 19:00
Τελειώνοντας την Πέμπτη τάξη του τρίτου Δημοτικού σχολείου στα Γιαννιτσά, θυμάμαι πολύ καθαρά πως η καρδιά μου ήτανε γεμάτη δύναμη και αγαθά αισθήματα. Μια ξαφνική σωματική ανάπτυξη που την παρακολουθούσα με θαυμασμό συνέβαινε τόσο σε μένα όσο και σε μερικούς από τους φίλους μου. Κάτι περίφημα δερμάτινα δίσολα παππούτσια του πατέρα μου, νούμερο 43, που τα φορούσα με περηφάνια στις εξετάσεις του Ιουνίου, είχαν ήδη αρχίσει να με στενεύουνε. Ο φίλος μου ο Γιώργος, χωρίς καθόλου να ψηλώσει, χόντρυνε η φωνή του και απλώθηκε ένα προοίμιο από μουστάκι στο πάνω χείλος του.
 
Τώρα που το σκέπτομαι είχε κάτι το ανεκδιήγητο η συνύπαρξη παιδικών και εφηβικών στοιχείων πάνω μας, συχνά σε πολύ μικρές χρονικές αποστάσεις. Η ζωή μας περιστρεφότανε γύρω από το σχολείο. Και αν για μένα, που ήμουνα δασκαλοπαίδι από μάνα και πατέρα, αυτό ήτανε μέχρι σχιζοφρένειας φυσικό, για τους άλλους φίλους μου λειτουργούσαν άλλα πράγματα. Και πρώτα να πάμε πίσω, πιο πίσω στο νηπιαγωγείο γιατί η ίδια η φύση των πραγμάτων στα Γιαννιτσά της δεκαετίας του ‘50,εκεί μας οδηγούσε.
 
Τα Γιαννιτσά, που τα αναφέρω ως ένα τυχαίο παράδειγμα, που τότε δεν ξεπερνούσαν τους δώδεκα ή δεκατρείς χιλιάδες κατοίκους ήταν απλωμένα σχοινοτενώς, ένα μεγάλο λάμδα ακριβώς του σχήμα του κεντρικού δρόμου που τα διέσχιζε. Από τη μεγάλη και αιωνία Εγνατία Οδό ξεκινούσε χοντρικά το αριστερό σκέλος του λάμδα και η κορυφή του ήταν μια πλατεία. Η πλατεία Γκονου Γιώτα.
 
Εδώ υπήρχαν πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών οι τουρκογειτονιές και τώρα την κατοικούσαν πρόσφυγες ,θρακιώτες και πόντιοι κυρίως. Ακριβώς στην πλατεία και επέκεινα άρχιζε η συνοικία των Καρυωτών, που ήταν πρόσφυγες από την ανατολική Ρωμυλία, και όλο το δεξιό σκέλος του λάμδα ανηφόριζε προς το συνοικισμό, το Βαρόσι, μια περιοχή που κατοικούσαν οι εντόπιοι σε συντριπτική πλειοψηφία και τελείωνε στους πρόσφυγες του  Τσαλή.
 
Για τις παιδικές παρέες που θα μπορούσαν να αποκληθούν και συμμορίες, το πρώτο Δημοτικό σχολείο ήταν στην περιοχή των Καρυωτών, το δεύτερο βρισκόταν σε περιοχές εντοπίων, πάνω από τη μεγάλη αλάνα που γινόταν το παζάρι της Πέμπτης. Το τρίτο ήταν γειτονιά μου, μέσα στις παλιές τούρκικες γειτονιές και στις ελάχιστες εγκαταστάσεις των Εβραίων κοντά στην παλιά αγορά της Εγνατίας. Το τέταρτο, το πέμπτο και το έκτο δημιουργήθηκαν αργότερα αλλά οι μαθητές τους συστεγάζονταν και δεν είχαν χωρική έννοια.
 
Η περιοχή του τρίτου Δημοτικού περιλάμβανε αυτό που χοντρικά θα λέγαμε ντάουν-τάουν. Στα ανατολικά όριο ήταν η άσφαλτος, όπου γινόταν η βόλτα και υπήρχε το Δημαρχείο, η Λέσχη Αξιωματικών και τα δύο καλά καφενεία, έως το εκκοκκιστήριο του Δίνα, που ήταν παλιό τζαμί. Στα νότια ήταν ο μεγάλος δρόμος Θεσσαλονίκης-Έδεσσας, η Εγνατία δηλαδή και η παλιά αγορά,ο φόρος. Στα δυτικά ήτανε χωράφια και οι παρυφές της πόλης, που αποκαλούσαμε Νταλαμπάς, και στα βόρεια υπήρχε ο δρόμος που ένωνε την πλατεία Γκονου Γιωτα με την Αραβησσο,το παλαιό Όμπαρ και από εκεί και πάνω άρχιζε η επικράτεια του πρώτου Δημοτικού. Ακριβώς πάνω στο δρόμο βρισκόταν η αρίδα απ’ την οποία πίναμε νερό και ήταν αντικείμενο διεκδίκησης ανάμεσα στους μαθητές.
 
Ανάλογα με την ηλικία και τις φιλίες ήμασταν οργανωμένοι σε παρέες. Οι παρέες αυτές άρχισαν να δημιουργούνται από τα νηπιακά μας χρόνια και κράτησαν με ελάχιστες προσθαφαιρέσεις και στο γυμνάσιο. Η δικιά μας παρέα είχε έδρα πίσω από το τότε νοσοκομείο.
 
Ήταν τόπος απόκρυφος και μυστικός. Ελάχιστοι περαστικοί τον χρησιμοποιούσαν, διότι επρόκειτο για μια πάροδο με ελάχιστη είσοδο, ακριβώς δίπλα στο σπίτι του Βασίλη Μιχαλόπουλου. Δεξιά ήταν ένα ερειπωμένο τεράστιο τουρκόσπιτο, απολύτως απρόσιτο. Αριστερά τώρα ήταν μια μικροσκοπική αυλίτσα με ένα παραγκάκι από ξυλοτεξ, ακολουθούσε το σπίτι του Ψαρρή και μετά ήταν ένας μικρός τρίγωνος ακάλυπτος χώρος γεμάτος χόρτα και στη μέση του αναπαυόταν ο μπροστά άξονας ενός παλιού κάρου.
 
Ακριβώς αυτό το κάρο ήταν ο θρόνος μας, το άδυτό μας και η βάση μας. Μετά η στενωπός παρέκαμπτε τις ιδιοκτησίες των Ζαμίδηδων και έπειτα άνοιγε χώρος και βρισκόσουνα στην αυλή του ιδιόκτητου γυμνασίου του Ιντζεσίλογλου.Απέναντι ήταν ο συνεταιρισμός και αυτό  ήταν το τέρμα,διότι έπειτα γινόταν πάλι μεγάλος ο δρόμος και πολυσύχναστος με την αγροτική τράπεζα, το σινεμά Ρεξ και το γαλακτοπωλείο του Πανάρετου, που έβγαζε τα παγωτά Αθηνα.
 
Το στενάκι αυτό, κέντρο απόκεντρο, παραήταν στο κέντρο της επικράτειάς μας για να σκεφθεί κάποιος καταπατητής να το περιφρονήσει και να εισβάλει. Οι ασχολίες εδώ ήταν εμφύλιες ή προπαρασκευαστικές.
 
Εδώ κατέβαινε ο αδελφός του Βασίλη ο Τάκης, μερικά χρόνια μεγαλύτερος και γοητευμένος από τις ιπποτικές ιστορίες, και μας έφτιαχνε περίτεχνες ασπίδες και κράνη είτε με το χρυσό λιοντάρι επ’ ερυθρού κάμπου του Ιβανόη, είτε παρόμοια εραλδικά. Μας μάθαινε τους κανόνες της μονομαχίας και τις διαφορές στη συμπεριφορά αν ήμασταν πεζοί ή καβαλάρηδες.
 
Άλογα είχαμε όπως όλα του κόσμου τα παιδιά, μακριά στιλπνά ξύλα και αφήναμε λίγη φυλλωσιά στην άκρη για να κάνουν σκόνη όπως τρέχαμε. Εδώ κατασκευάζονταν τα όπλα για την κάθε μέρα και τα όπλα των παρελάσεων. Τον Τάκη τον λατρεύαμε χωρίς περιορισμούς.Ήταν σοβαρός και οικείος, η ιδεώδης εικόνα του εφήβου για ένα παιδί.
 
Τις συμβουλές του τις ακούγαμε χωρίς δεύτερη κουβέντα, διότι ήταν αντικειμενικός και έλυνε τις διαφορές μας ακριβοδίκαια. Τα καθημερινά μας όπλα ήτανε εκτός από τη σφεντόνα, γυαλισμένο ξύλο από κρανιά δουλεμένη διχάλα μαύρο ή κόκκινο λάστιχο, αναλόγως της επιθυμητής εμβέλειας και πετσάκι καφετί για να αναπαύεται η πέτρα με δύο τρύπες στις άκρες καμωμένες με σουβλί για να δένεται το λάστιχο, ήταν κυρίως το τόξο και τα βέλη.
 
Το τόξο γίνονταν από σκληρό ξύλο συνήθως περιποιημένο κλαδί και τα νεύρα του από σύρμα. Δέναμε το σύρμα κουλούρα στη μια άκρη και σχίζαμε το ξύλο στην άλλη άκρη για να κάνουμε μια σχισμή από όπου και περνούσαμε την άλλη άκρη του σύρματος, διαμορφωμένη από πριν σε θηλιά. Έτσι το σύρμα ήταν πολύ τεντωμένο και ηχούσε ωσάν έγχορδο. Το σύρμα ποτέ δεν πάθαινε τίποτα από το πολύ τέντωμα, συνήθως έσπαζε το ξύλο. Τα βέλη γινόταν από καλάμι. Αντί αιχμής κάναμε κουλούρα λίγο σύρμα, ώστε να βαραίνει. Στην άλλη άκρη κόβαμε τριγωνικά το καλάμι για να στέκεται στο σύρμα. Φτερά και άλλα τέτοια δεν χρησιμοποιούσαμε. Το βέλος έφευγε καταπληκτικά έτσι και σημάδευε όπου θέλαμε.
 
Τα σπαθιά μας ήταν από κλαδιά πελεκημένα. Τα λεπτά, που τα χρησιμοποιούσαμε κυρίως για τον εξαίσιο ήχο με τον οποίο σπάθιζαν στον αέρα, τα λέγαμε βίτσες. Υπήρχαν ξύλα που έπρεπε να χρησιμοποιούμε και με τα δύο χέρια καθώς και τα μεσαία. Φυσικά όταν μας έπεφτε στο χέρι κανένα σανίδι ή καδρονάκι ασχολούμασταν με το να του κάνουμε χειρολαβή και να οξύνουμε την άκρη του, αλλά αυτά θεωρούνταν όπλα της βόλτας περισσότερο.
 
Μερικοί μάλιστα πειραγμένοι από τον πολύ Ζορρό, έκαναν και ημισφαιρικούς χειροπροφυλακτήρες, αλλά αυτά τα τσαλίμια εμείς τα περιφρονούσαμε διότι ήτανε πειρατικά και όχι ιπποτικά.
 
Εν όσω η ζωή κυλούσε εμείς δεν περιμέναμε βέβαια τον εισβολέα, αλλά είχαμε τη γειτονιά μας κυρίως για να παίζουμε. Είχε μεγάλη σημασία η γειτονιά να είναι μεγάλη, επειδή μόνο τότε μπορείς να παίξεις ανέτως μπαμ. Το μπαμ ήτανε κάτι σαν τους κλέφτες και αστυνόμους, αλλά πιο εξελιγμένο. Κλέφτες παίζανε κυρίως στη Σαλονίκη, στο μπαμ ο αστυνόμος δεν ήτανε υποχρεωμένος να πιάσει τον κλέφτη, αρκούσε που τον εντόπιζε και του έλεγε σε βλέπω.
 
Ο κλέφτης από την άλλη είχε το δικαίωμα αν έβλεπε πρώτος τον αστυνόμο σε λογική απόσταση να του πει μπαμ και να τον σκοτώσει. Έτσι ο αστυνόμος δεν έπρεπε να τρέχει πηλάλες και να κάνει φασαρία, αλλά να είναι αθόρυβος και εφεκτικός. Το μπαμ απαιτούσε έρημες αποθήκες, εσωτερικά από κουβούκλια τρακτέρ, μνήματα, να  τα φωτίζει το φεγγάρι.
 
Η γειτονιά μας ήτανε αρκετά πυκνοκατοικημένη με κλειστές αυλές ώστε να παιχτεί ωραίο μπαμ. Γι’ αυτό ονειρευόμασταν όλοι την περιοχή της Αγίας Παρασκευής, που είχε μνήματα και χωράφια και σύδεντρα και αγροτικές αυλές, αλλά εκεί βέβαια έμεναν άλλα παιδιά.
 
Ο πόλεμος για την κατάκτηση της Αγίας Παρασκευής άρχισε κατά τα στοιχεία που μάζεψα, γιατί μαζεύω στοιχεία, αρχές του 1950. Εγώ έλαβα μέρος μετά το ‘54 και εν τέλει νικήσαμε όπως νικήσαμε τέλη του ‘57. Οι πρώτες συμπλοκές έγιναν για την αυλή στο σχολείο του Καιάφα όπως λέγαμε το παλιό τρίτο Δημοτικό κτισμένο πάνω στα λουτρά του Εβρενός. Ήταν αλάνα μοναδική για μπάλα, ακόμη είναι αλάνα αλλά κανείς δεν έρχεται να παίξει. Ήμασταν περισσότεροι συνήθως και νικούσαμε τους επιδρομείς που εξάλλου ως φτωχότεροι ήθελαν όχι μόνο να νικήσουνε αλλά να μας πάρουν και τη μπάλα για να παίξουνε. Πράγματι ηρωικό αλλά δυσχερές.
 
Όταν οι παρακλήσεις τους σε ατομικό ή ομαδικό επίπεδο έμεναν χωρίς ανταπόκριση στο στυλ «Παίξτε μας ρε λιγάκι, παίξτε μας ρε συκιές, παίξτε μας ρε φλώροι και παίξτε μας ρε» μάνιαζαν, μας έριχναν πέτρες, τους απαντούσαμε και συνήθως τους τρέπαμε εις φυγήν.
 
Το 1954, έξι χρονών ,τόλμησα με ηδονή, που τη θυμάμαι ακόμη, να πάρω μια πέτρα και να τη ρίξω εναντίον τους. Η πέτρα έκανε ένα μοιραίο θριαμβευτικό τόξο και προσγειώθηκε σε έναν συμμαθητή μου, τον Τάκη Βαμβακίδη, που θαρρείς και ήξερε τη μοίρα του. Και τον θυμάμαι πως έβαλε πάνω από το κεφάλι το σακάκι του και έγειρε το κεφάλι αφού δεν είχε καιρό να φύγει. Μάταιος κόπος, η πέτρα βρήκε ένα άνοιγμα μεγέθους βιβλιαρίου τραπέζης και του άνοιξε το κεφάλι.
 
Οι γύρω μου έμειναν άφωνοι, οι αντίπαλοι έτρεξαν να φέρουν τα μεγάλα τους αδέλφια και οι φίλοι μου άρχισαν να με παροτρύνουνε γρήγορα φύγε, τρέχα, εξαφανίσου, πήγαινε αντάρτης στα βουνά, πολύ γενναίο αυτό που έκανες αλλά θα σε σουβλίσουνε τώρα, και τα λοιπά και τα λοιπά.
 
Αλλαχού ίσως διηγηθώ τη συνέχεια άκρως διαφωτιστική του μετέπειτα βίου μου.