• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η αλλαντάλλα
Πάνος Θεοδωρίδης | 16.06.2014 | 06:41
Από όλες τις ανοησίες που μας ταλαιπωρούν, η πιο στοχευμένη, η πιο ξεκούδουνη, είναι πως ενώ το 2009 είχαμε μια Χώρα Αλλαντάλλα και ήταν η ατμόσφαιρα γεμάτη πολιτικάντικα ανεφάρμοστα συνθήματα του στυλ «επανίδρυση του κράτους» και άλλα ηχηρά παρόμοια, το 2014  έχουμε επαναστερέωση του κράτους-παράγκας που βρίζαμε πατόκορφα και μας στοίχειωνε, και απολύτως τίποτε άλλο.
 
Οι έμποροι και λοιποί παροχείς υπηρεσιών έδιωξαν εκατοντάδες χιλιάδων υπαλλήλους, ένα σωρό ελεύθεροι επαγγελματίες έγιναν κοριτσάκια με τα σπίρτα, οι πάντες πληρώνουν άνευ λογου και αιτίας «ασφαλιστικές εισφορές» που οι ιθύνοντες τις χρειάζονται για να πλερώνουν τους σημερινούς συνταξιούχους και το λένε με θράσος στα κανάλια.
 
Οι υπόλοιποι, για να επιβιώσουν, άργησαν κάπως ,αλλά χωρίστηκαν σε παροχείς αγαθών του ενός ευρώ, ενώ οι πιο κοτσονάτοι βαράνε στο δοξαπατρί και όποιος επιβιώσει. Κατάσταση χώρας εν πολέμω δηλαδή, μόνον που δεν μιλάει κανείς για μαυραγορίτες και σαλταδόρους. Ανκαι θα έπρεπε.
 
Στη διατριβή του εθνικώς υπόπτου και παραληρούντος εβραϊσμό Μαζάουερ, οι ίδιοι οι Έλληνες της δεκαετίας του 20, σήμερα θεωρούμενοι πατέρες του΄Εθνους, το λένε ανοιχτά: η μονιμοποίηση των υπαλλήλων του Δημοσίου επί Βενιζέλου και η γιάγμα  αγροτική πολιτική της άλλης δεκαετίας, έφεραν τέτοιο μικροαστικό κύμα στην χώρα, ώστε ο Έλλην σταμάτησε να σκέφτεται με όρους προσωπικούς ή συνάφειας με τον τόπο και τον χώρο που ζούσε, αλλά έγινε μέλος μιας από τις δύο ομάδες σκέψης που ενίοτε τις λέγαμε βενιζελισμό και κωνσταντινισμό,καραμανλισμό και παπανδρεϊσμό.
 
Οι Έλληνες άρχισαν να διαλέγουν από τα έτοιμα πατρόν λέξεων και τις συλλογές πρετ α πορτέ που κυκλοφορούσαν στην αγορά.
 
Κι αν πλήρωνε με δόσεις και υποτιμήσεις του νομίσματος την ξεφτίλα ενός παρενδυτικού κράτους, αυτό που πλήρωσε με υπέρογκες τόγκες ήταν ένα και αποτρόπαιο.
 
Να σκέφτεται για μένα και για σένα, όχι ο γείτονας ή ο συγγενής, ο φίλος ή ο εραστής (όλα απαιτούν διάλογο) αλλά ο Παναγής Τσαλδάρης, ο Καφαντάρης, η μαύρη καρδιά του Κονδύλη και ο μαύρος Καβαλάρης, δεν αναφέρομαι σε μεταπολεμικούς, θα μου πάει πάλι η πίεση στο 23.
 
Τώρα, έχουμε ένα εκατομμύριο ζόμπι που δεν κουνιούνται ως απαραίτητοι και  κανένας δεν καταλαβαίνει πως αυτό που θα έπρεπε να γίνει, ήταν να κρύψουμε και να θάψουμε, όπως το 1940 τις αρχαιότητες και τα μουσεία μας, να κηρύξουμε εθνικό πένθος και να αρνιόμασταν κάθε συμμετοχή του δημοσίου σε εκδηλώσεις, να κόβαμε την καλημέρα και τον κώλο στους φορατζήδες και να προσπαθούσαμε να μιλήσουμε ο ένας στον άλλον ακόμη και στα σταυροδρόμια.
 
Δεν μιλάμε. Ξεχάσαμε.
 
Ρητορεύουμε.
 
Ο διάλογος έγινε σπαστός.
 
Δεν εκδίδουμε εφημερίδα ή περιοδικό. Είμεθα στο φέησμπουκ και ποζάρουμε.
 
Ουγκ.