• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Παλιό φωνητικό συγκρότημα (ήδη το 1979...)
Το ροκ του αρχιτέκτονος, 6
Πάνος Θεοδωρίδης | 15.06.2014 | 18:26
Δεν μπορώ να ξεχάσω ότι μια από τις πιο συνταρακτικές σκηνές, στιγμές της ζωής μου, δεν ξέρω αν το έχω ξαναδιηγηθεί, κατέβαινα Επανομή, πριν να γίνει μεγάλος ο δρόμος, είχα πάει στο μετόχι Κουμ στα Κριτζανά, της Μονής Χελανδαρίου, μετά την Επανωμή, μεταξύ Νέας Ηράκλειας και Επανωμής, που έγινε μετά μετόχι της Αγίας Αναστασίας από τον Όσιο Θεωνά το 1530. Επιστρέφω λοιπόν από ‘κει πέρα ένα μεσημέρι αφού το είχα αποτυπώσει, πρέπει να ήταν γύρω στο ‘70τόσο, ‘79-’80, και έτσι όπως επιστρέφω και ξαφνικά κατεβαίνω το σαμάρι εκεί από το Πλαγιάρι και βλέπω τη Θεσσαλονίκη και το αεροδρόμιο και χτυπάει υπέροχα ο ήλιος σ’ αυτήν την καταραμένη πόλη, την κατεστραμμένη τελείως και δεν είχε πολλά τίποτα πάνω στο Σέιχ Σου όπως έχει σήμερα τα απαράδεκτα, μόνο το Φιλίππειο, άκουγα και Rolling Stones από το ραδιόφωνο, από ένα σταθμό ενόπλων, και μετά λέει η εκφωνήτρια: Ακούσατε παλιά φωνητικά συγκροτήματα.
 
Τι έκανε λέει, τι άκουσα παλιά φωνητικά συγκροτήματα, τους Rolling Stones παλιό φωνητικό συγκρότημα;
 
Δηλαδή δεν ήταν οι Ventures, δεν ήταν οι Platters, ήταν οι Rolling Stones;
 
Δηλαδή πέρασαν από το 1963 που εμφανίστηκαν 16-17 χρόνια, δηλαδή μας πήραν τα χρόνια;
 
Και μετά κοίταξα θυμάμαι τον καθρέφτη του καντρέ και βλέπω κάτι κρεμάσματα, τα γνωστά κρεμάσματα ενός τριαντάρη που τα μάγουλά του χτυπιούνται λοξώς από τον ήλιο και λέω ρε φίλε αυτό ήταν, περάσαμε, όταν λέμε περάσαμε δεν περάσαμε γιατί πέρασαν ου! άλλα τόσα χρόνια και ζούμε και βασιλεύουμε, το θέμα είναι ότι είχαμε μπαγιατέψει.
 
Αυτό λοιπόν το μπαγιάτεμα άρχισε να φέρνει, σε εμάς τους σχιζοφρενείς ποιητές εκείνου του μέλλοντος του δικού σας, άρχισε να φέρνει διάφορες εκρηκτικές καταστάσεις. Και ξαφνικά αντιλαμβάνομαι, εκεί αρχές της δεκαετίας του ‘80, βεβαίως ήταν και η ενασχόληση με την αρχαιολογία πάρα πολύ έντονη, ότι ό,τι σκεφτόμουνα ήταν περίπου άκριτο, ότι αυτό που έλεγα ότι ήταν αρχιτεκτονική ήταν στην ουσία το πλασμώδιο μιας μεταφυσικής όπου δεν είχε κάποιο αντίκρυσμα πουθενά.
 
Ήμουν ανίκανος να χαϊδέψω ένα παιδί, ήμουν ανίκανος να ανταλλάξω μια κουβέντα με μια γυναίκα, ήμουν ανίκανος να καταλάβω τι λέγαν όλοι αυτοί οι άνθρωποι γύρω μου, πολιτικά ή φυσικά, όπως και τώρα, είμαι τελείως αμόρφωτος, δεν ξέρω τι συμβαίνει γύρω μου και βέβαια το μόνο που μου έμενε είναι να μετανοώ.
 
Να μετανοώ πικρά για τις πράξεις μου, να μετανοώ πικρά για τις συμφωνίες οικοπεδούχων, μηχανικών και εργολάβων στις οποίες συμμετείχα, να μετανοώ σκληρά για οποιοδήποτε προϊόν fiberglass βγήκε από τα χεράκια μου τον καιρό που διηύθυνα ένα εργοστάσιο από fiberglass.
 
Να διαφωνώ ριζικά και να μετανοώ για οποιαδήποτε σύσκεψη στελεχών, executives και δημοσίων σχέσεων σε εταιρείες που έτυχε να ανακατευτώ, να μετανοώ σκληρά για οποιοδήποτε κτίσμα αποτόλμησα να σχεδιάσω ή να επιβλέψω.
 
Άρχισα γενικώς να μετανοώ.
 
Και με το που άρχισα να μετανοώ ξαφνικά έγινε ένα θαύμα. Έχει δέκα χρόνια.
 
Άρχισα να αναζητώ αυτό που κατηγορούσα ως εχθρικό να το περιβάλω και ονειρευόμουν μια πεντακάθαρη Θεσσαλονίκη με πλακάκια, με ασφάλτους, με πάρκινγκ υπόγεια, με δέντρα υπέροχα, αλλά να μην αφήνουν φύλλα ει δυνατόν, ξαφνικά άρχισα να γοητεύομαι από τις ιδιοκατασκευές.
 
 Έβλεπα ένα σπίτι στην Άνω Τούμπα που ο κάτοικός του είχε έναν περιστερώνα, είχε είκοσι περιστέρια, είχε μαζέψει όλο το μπρικαμπράκ της γειτονιάς, όλη τη σαβούρα και έκανε δυο τρία πραγματάκια, τα ‘βαφε και με κανένα χρώμα, καθόμουν και το χάζευα, έλεγα αυτό είναι αρχιτεκτονική.
 
Τι είναι αρχιτεκτονική;
 
Αυτά που κάνουμε εμείς;
 
Αυτό είναι αρχιτεκτονική. Και από τότε αρχίζω να βογκάω μπροστά στις παραγκουπόλεις.
 
Υποφέρω κάθε φορά που βλέπω ότι μια ακόμα παράγκα ξηλώνεται για να γίνει πάρκο. Και μάλιστα όσο τους βλέπω συμμαζεμένους και συμμαζεμένους όλους αυτούς τους ταπεινούς ανθρώπους τόσο πιο πολύ γοητεύομαι από το γεγονός ότι υπάρχει ακόμα ταπεινή ζωή, η οποία εκλιπαρεί όχι πια για μια ιστορία, γιατί δεν μπορούμε να γράψουμε την ιστορία, άλλα για μια μυθολογία.
 
Και απ’ αυτή την άποψη είμαι άκρως αντίθετος με όλους αυτούς που αρχιτεκτονούνε και την ανάπλαση πια μιας καταραμένης, κατεστραμμένης πόλης. Με όλους αυτούς, που όπως το έχω πει και από παλιά, πουλάνε αναστήλωση σε κάτι λαδάδικα και σε δυο τρία νεοκλασικά που γλίτωσαν ακόμα.
 
Αυτά τα απαράδεκτα πράγματα, γιατί έχουμε κάποιο γεγονός του 1910 στην πόλη μας αλλά δεν έχουμε 1950, αυτό είναι το τραγικό.
 
Δηλαδή ενώ υπάρχει ιστορία στην πόλη μας, βυζαντινή, τουρκοκρατίας, μέχρι το 1910, ‘20, ‘30, ξαφνικά από το 1950 μέχρι το 1960 δεν υπάρχει τίποτα.
 
Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει.
 
Δεν ξέρω αν έχετε καταλάβει ότι αυτή τη γειτονιά, την οποία όλοι μας ξέρουμε γιατί σ’ αυτήν μεγαλώσαμε, μας την έχουν φάει.
 
Ποιος μας την έχει κλέψει;
 
Τον κλέφτη αναζητώ αυτής της γειτονιάς, τον απατεώνα που μου έμαθε ότι η αρχιτεκτονική είναι αγάπες και φούμαρα, τον απατεώνα που μου έμαθε ότι το να ξηλώνονται τα τραμ, να μπαίνει αντί για το κιλό η οκά ή το ανάποδο αντί για την οκά το κιλό, το να μπαίνει το ρεφλέξ αντί το πράσινο σαπούνι θα πάνε τα πράγματα καλύτερα και στον ψυχικό μου βίο.
 
Τον απατεώνα ψάχνω που δεν μου έμαθε τι να κάνω πίσω από ένα φωτισμένο παράθυρο, τον απατεώνα ψάχνω, τον δικό σας απατεώνα και τον δικό μου, ψάχνω να βρω έναν κοινό εχθρό αν καταλάβατε πριν να καταλήξω γραφικός σαν τους έρμους τους οικολόγους, τους οποίους  άκουσα τις προάλλες να λένε, εμείς έχουμε αποφασίσει να πάμε για δήμαρχοι και νομάρχες, ξέρουμε ότι δε θα βγούμε άλλα θέλουμε να βγάλουμε αντιπρόσωπο γιατί πέρα απ’ αυτά είμαστε σε αγώνες, και άρχισαν να λένε διάφορα μυστήρια, στον αγώνα της ρύπανσης αυτού, στον αγώνα γι’ αυτό, εμείς είμαστε για αγώνες.
 
Ποιοι είστε για αγώνες;
 
Στο μεταξύ ο Χορτιάτης χτίζεται, το Σέιχ Σου χτίζεται, εσείς δεν έχετε καταλάβει ότι το Σέιχ Σου πάνε να το κάνουνε σαν το εσωτερικό πάρκο, σαν τη Νέα Υόρκη, από την άλλη την πλευρά θα χτιστεί άλλη μια Θεσσαλονίκη, δεν τα παίρνετe χαμπάρι αυτά τα πράγματα, δεν καταλάβατε ότι η Περιφερειακή είναι ο μελλοντικός κεντρικός δρόμος της Θεσσαλονίκης και καθόλου ο περιφερειακός της;
 
Δεν έχετε καταλάβει αυτό το χάος που γίνεται; Η καταστροφή της παραλίας, οι υπόγειοι δρόμοι που θα τα ενώνουν όλα αυτά, τα πάρκινγκ, οι αξιοποιήσεις, δεν καταλαβαίνετε ότι είναι το τελευταίο χτύπημα στον παλαιό γνωστό παιδισμό μας;
 
Γιατί το μόνο πράγμα παιδιά που μπορούμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή, όπως λέγαμε παλιά στα Γιαννιτσά, είναι να παίζουμε γκαζ, γκαζ, εσείς τις λέγατε εδώ γκαζιές. Εμείς τις λέγαμε γκαζες, γκαζ για την ακρίβεια, να παίξουμε καμιά γκάζα, να παίξουμε κανένα τάβλι.
 
Δεν νομίζω ότι μπορούμε να παίξουμε ούτε καν ντόμινο, νομίζω κάπου στη Γουμένισσα έχουν να παίζουν ντόμινο σε καφενείο.
 
Δεν ξέρουμε καν να παίξουμε.
 
Οι πόκες μας παρέμειναν φοιτητικές, τα καζίνα μας παρέμειναν σκοπιανά, τίποτα δεν υπάρχει που να μπορούμε να παίξουμε.
 
Αυτό λοιπόν το μόνο πράγμα που μπορούμε και παίζουμε κάθε μέρα, βγαίνοντας με άκρατη παρρησία και θράσος έξω, είναι η ζωή μας.
 
Παίζουμε την ίδια τη ζωή μας, την ίδια την κατάσταση που βρίσκεται πίσω από ένα φωτεινό παράθυρο. Ή μήπως δεν είναι έτσι τα πράγματα;
 
Η προσωπική μου απάντηση είναι ότι είναι αλλιώς τα πράγματα. Δεν ξέρω τι θα κάνετε εσείς και πως θα περάσετε το βίο σας πίσω από τα φωτεινά κουτάκια, πάντως εγώ το βρήκα το κόλπο.
 
Υπάρχει ευτυχώς ο μύθος, υπάρχει ευτυχώς η ποίηση, υπάρχει ευτυχώς η λογοτεχνία.
 
Όλα αυτά τα πράγματα μπορούν να γίνουν καταπληκτικά, να σμαλτωθούν πάλι, να μαρμαρωθούν πάλι μέσα από τη γοητεία της περιγραφής, μέσα από τη γοητεία των συναισθημάτων, το τι αισθανόσουνα τον καιρό που ήσουν ρηχός.
 
Γιατί ακόμα και αυτή η ρηχότητα αν την περιγράψεις καταπληκτικά μένει κάτι καταπληκτικό, γιατί ξέρετε η γραφή δεν έχει τέλος ούτε αρχή έχει.
 
Συνεχίζουμε το δρόμο από εκεί που γονάτισε και το άφησε ο τάδε ποιητής μέχρι να προχωρήσουμε προς τον επόμενο που είναι καλύτερός μας.
 
Μήπως λοιπόν μέσα από αυτή τη διαδικασία της γενικής ακύρωσης των πάντων οφείλεται που έχω πάθει γενική αγκύλωση. Και εγώ που έχω διακοσμήσει τόσα καταστήματα και έχω καρφώσει τόσα καρφιά και έχουν πέσει τόσα μπρικαμπράκια πάνω στο κεφάλι μου τον καιρό που μαστόρευα, σ’αυτή τη φάση είμαι ανίκανος να μαστορέψω και δεν μπορώ εδώ και ένα μήνα να στήσω ένα υποτυπώδες κοτέτσι για να τρώμε κανένα αυγό στο χωριό μας στην Αγροσυκιά, μήπως λοιπόν η αδράνεια του αρχιτέκτονα είναι που έφερε τον ποιητή;