• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Μπούρας,Παπαδόπουλος,Γρηγοριάδης.Οι "γέροι"
Ο χιλιαστής
Πάνος Θεοδωρίδης | 07.06.2014 | 18:00
Κανένας δεν είχε δει ρολόι στον άστεγο πύργο δίπλα στο σχολείο μας. Όλοι όμως το λέγαμε ρολόι.
 
Προς την πλευρά του δρόμου μιά επιγραφή οθωμανική ραντισμένη με κόκκινο χρώμα, που έλεγαν πως ήτονε το αίμα του μουεζίνη ο οποίος τουφέκιζε τους στρατιώτες στη μάχη των Γιαννιτσών, ενώ πάνω απο την είσοδο, ψηλά ,υπήρχαν δύο στρογγυλες πληγές της τοιχοποιίας, απο ευθείες βολές ελαφρού πυροβολικού ,που τις έφαγε η αναστήλωση του μνημείου.
 
Ηταν και μάρτυρας της κατασκευής του-πέτρα πελεκητή στη βάση, κι απο πάνω τουβλάκι στενό, συνεχές ώς την κορυφή, ίδιο με τις προσθήκες του νάρθηκα της Νέας Παναγίας της Σαλονίκης, έργο του 1727.
 
Το ρολόι ήταν κλεισμένο με ξεφάρδια τεχνικώς αρμοσμένα. Δίπλα στο ρολόι ,δεξιά της εισόδου του, ήταν ένας τουρμπές,όχι μεγάλος και εκεί μέσα εργαζόταν ένας μελαχρινός Καραμανλής που θα μπορουσα να τον ζωγραφίζω,καράμαλλος με μουστακάκι ποντικάκι, μιά λερή ποδια και ένα ταψί επίσης μαύρο.
 
Στον τουρμπέ, έφτιαχνε το σάμαλι και το κυκλοφορουσε στο κεφάλι διαλαλώντας «σάμαλι, καράμαλι».
 
Οταν του έλεγες «σάμαλι» ,κατέβαζε απο τον ώμο μιά σπαστή βάση ξύλινη, την άνοιγε και απίθωνε το ταψί.
 
Το σάμαλι ήταν μπροστά σου, χαραγμένο σε μικρά παραλληλεπίπεδα, μπορεί και τρία επί πέντε. Δυό μπουκουνιές με το ζόρι. Στο έδινε χωρίζοντάς το με σπατουλίτσα πάνω σ ένα χαρτί. Μισή δραχμή.
 
Άρα ,μετά την υποτίμηση του Μαρκεζίνη,το 1954.
 
Από την άλλη πλευρά, προς τον Αη Γιώργη, ήταν μιά παρατημένη στα θάμνα είσοδος με πελεκημένη τοξωτή πέτρα που είχα αποτυπώσει το 1971 και πρόλαβα να δω στερνή φορά το 1987, όταν μηχάνημα την γκρέμιζε μπροστά στον Δήμαρχο.
 
Κατέβηκα  απο το κατρέλ και έγινε φασαρία,αλλά ματαίως. Σήμερα είναι γκαζονότοπος, μιά σταλιά και τους αρχαίους δόμους τους φύλαγαν ένα διαστημα στον όρχο των αυτοκινήτων του Δήμου, στο Ταλαμπάς.
 
Απέναντι απο την πύλη ένα μονόχωρο καφενεδάκι ελαφρώς υπερυψωμένο, το λεγόμενο του Περιβόλη με στόλισμα δύο η τρία καράβια απο τενεκέ, ημίγλυφα, διαμήκως ημίσεα, με επαίνους στο ζωγραφισμένο τμήμα γιά την επίδοσή τους στους Βαλκανικούς.
 
Δεν ξέρω γιατί πήγαινα συχνά στον Περιβόλη.Η παράγγελνα καφέ γιά τους δασκάλους ή έτρωγα όρθιος υποβρύχιο, πράγμα ασύμβατο.
 
Ο τοίχος του σχολείου μακρύς, ήταν στη θεμελίωση και έβγαιναν τάφοι πολλοί. Το συγκρότημα ήτον του Εβρενός το ιμαρέτι, και είχε κτίσματα αρκετά,που τα έρριξε ο στρατός γιά να ισιώσει το οικόπεδο του σχολείου.
 
Παίρναμε τα πιό γερά καύκαλα απο τους αποθαμένους και παίζαμε μπάλα. Δοκιμάζαμε χωρίς κανέναν φόβο ή ενδοιασμό τα κρανία,άν άντεχαν ένα ή δύο λεπτά, όπως κάναμε με τα καρπούζια άν ήταν ώριμα.
 
Οι ειδήμονες έλεγαν πως είναι τούρκικα, άρα αναλώσιμα.
 
Στο ρολόι,ακουμπισμένος στον τοίχο του,βλέποντας την θύρα του Περιβόλη, ήταν ένας γέρος κουρελής, ψηλός, πρώτη φορά εκτός σινεμά και εκτός παπάδων, άνθρωπος με γένια.
 
Ψώμματα.
 
Είχε και δύο γέρους Κρητικούς εξόριστους ως ζωοκλέφτες που ζουσαν εκεί κοντά, σε άθλια κατάσταση,φορώντας τα παραδοσιακά των ενδύματα και την μαντίλαν και φέροντες την παράξενην γκλίτσαν απο  γυαλισμένο ξύλο, όχι ευθύγραμμη όπως των δικώνε μας σαρακατσάνων, αλλα ρομφαιοειδή, κυματιστή με πελώριο ανακράτημα για τα δύο χέρια.
 
Όμοια πωλούσε και ένας γέροντας μπροστα στον παλιό Παυλάκη  ,Σαλονίκη,Ερμού, επι του πεζοδρομίου, έτος 2010.
 
Ζήλεψα και ήθελα να πάρω αλλα είχα μιά ωραία τούρκικη μπαστούνα σκαλιστή.
 
Μαζεύτηκαν παιδιά απο το σχολείο σμάρι και αυτός έλεγε πως έρχεται το τέλος του κόσμου, γιά την ακρίβεια η Δευτέρα Παρουσία σε λίγα έτη, που εμάς μας φάνταζαν έτη φωτος καθώς έλεγε «σε είκοσι χρόνια, σε τριάντα χρόνια».
 
Και έλεγε να μετανοήσομε.Μετά τον είδαμε και στον τοίχο του Ζαβλιάρη και του Ζεγγίνη αλλα και στης Πατρούλας, απέναντι δεξιά διαγωνίως απο του Τσιρέλη.
 
Μας είπαν απο τα σπίτια μας πως ο γέρος ήταν χιλιαστής και ήταν κόλαση, κατάρα, αίσχος και δρόμος στην απώλεια.  Αλλα εμείς πηγαίναμε και ακουγαμε τον γέρο, όπως και τον Γιάννη τον Σλιάκατα που έλεγε το ακατανόητο «και πατρί, και μακώ, σ΄αγαπώ, σ΄άγαπώ, βουζαβέ, βουζαβόν» και εμείς απαντούσαμε «Γιάννη, πόσες κασίδες έχεις;» και σκορπίζαμε μπροστά στον θυμό του σκασμένοι στα γέλια.
 
Είχε κασίδες απο πετυχημένες βολες απο τις πέτρες μας.
 
Πέρασαν λίγες ημέρες ή ώρες ή και λεπτά και ήρθε ένας χωροφύλακας και έδιωξε το χιλιαστή. Του είπε μαλακά «φύγε τώρα φύγε» και εκείνος έφυγε κατά το Μπουρουκλέν.
 
Πάνω σε αυτήν την στάχτη, σε αυτό του υπόβαθρο, σε αυτήν την σιωπή και τους βρυχηθμούς ενός ακατανόητου κόσμου (διότι υπήρχε και ο σινεμάς) έπεσε ως ηφαιστειακή σποδός  ο ήχος του ροκ και έπρεπε να αδιαφορήσουμε ή να τρελαθουμε.
 
Απο την γειτονιά, οι μεγάλοι το πήραν χαμπάρι και το έχωσαν στο χαμόγελό τους.Ο Μπούρας, ο Δημήτρης, ο Καρδίτσος.
 
Τεράστιοι και μεγάλοι ,έτσι τους θυμάμαι εκείνα τα χρόνια: σαν τελειωμένους γέροντες.
 
Ετσι και εμείς , ξεσκονίσαμε τη νεκρική σκόνη απο τα παιδικά μας χέρια , μπορεί τρείς ή και τέσσερις συνολικά , και ακούσαμε τις καμπάνες της κόλασης.