• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
1960, εποχή της εκμάθησης του ροκ σε εκδρομή του 3ου δημοτικού Γιαννιτσών στο Τσέκρι
Η εποχή του Μαύρου Αρχηγού
Πάνος Θεοδωρίδης | 05.06.2014 | 17:34
Η παιδική μου ηλικία διέβη και εχάθη ,λέω,στον πόλεμο. Έπαιζα  πόλεμο πάντα και παντού. Στο σπίτι μόνος, με τον αδερφό μου, με την παρέα μου, στη γειτονιά. Κι όταν δεν έπαιζα πόλεμο, ετοιμαζόμουνα. Κι όταν ονειροπολούσα, πάλι πόλεμο έπαιζα.
 
Τι να έπαιζα,ειρήνη;η ειρήνη δεν παίζεται, υπάρχει ή δεν υπάρχει. Κι εξάλλου, μεταξύ πολέμου και ειρήνης, έμαθα αργότερα, υπάρχουν μύριες όσες ενδιάμεσες καταστάσεις. Υπάρχει η ένταση, η καχυποψία, τα νεύρα, οι επικρίσεις, το μάλωμα, ο καβγάς, ο σκυλοκαβγάς, ο ψυχρός πόλεμος, ο μή πόλεμος, το μορατόριον. Αλλά βέβαια μπερδεύω την ειρήνη με την  γαλήνη.
 
Υπό το πρόσωπο του σοκολατόπαιδου και του ευγενούς νηπίου έκρυβα έναν αγέρωχο τσαντίλα.Συχνότατα συνελάμβανα εαυτόν να μοιράζει γροθιές στον αέρα ή να εκστομίζει ύβρεις εναντίον του αιθέρα.
 
Το όνειρό μου ήταν απλό και πηγαίο. Φανταζόμουνα ότι ήμουνα ένας ήρωας (στα προνήπια  τον ονόμαζα Απόλλωνα, στη νήπια Μαύρο Αρχηγό) που τον πλαισίωνε μιά ομάδα εμπίστων συνεργών. Όλοι μας αγαπούσαμε( αλλά μόνον εγώ εχούφτωνα) μιά ηρωίδα, που είχε το πρόσωπο της εκάστοτε ηγερίας μου αλλά δεν την έλεγαν  Ουρανίτσα, Βούλα και Άννα: στις ονειροπολήσεις μου ήταν η Μαίρη-Τζέιν.
 
Η Μαίρη-Τζέιν, ο Μαύρος Αρχηγός και οι φίλοι του ήταν  οι ήρωες μου στη μεσημεριάτικη σιέστα. Ώσπου να κοιμηθώ, ελόγχιζα εχθρούς, έσφαζα με την ψυχή μου, διέσωζα την κοπέλα από λάκκους με φίδια και βιασμούς.Τα ίδια και το βράδι.
 
Αργότερα, στο δημοτικό, αντί των  επωνύμων ηρώων αρεσκόμουνα σε ιστορικούς ρόλους που τους έπαιζαν οι πράγματι ήρωες. Φανταζόμουνα τον Μεγαλέξαντρο να κάνει κιμά τα πρόσωπα των σατραπών στον Γρανικό, τον Μιλτιάδη να κλείνει στην τσιμπίδα του στρατηγήματός του,  τον Δάτι και τον Αρταφέρνη.
 
Μερικά χρόνια αργότερα,όταν τα τεχνήματα υποχώρησαν , μου αρκούσε  να φαντάζομαι διάφορα με κλειστά μάτια υπακούοντας σε πειθαναγκασμούς, όπως για παράδειγμα να κρατώ την αναπνοή μου  για ένα λεπτό πριν να κοιμηθώ. Το ζόρι ήταν το ίδιο και ο ύπνος ανέφελος επίσης.
 
Το μόνο που μου απόμεινε από αυτά τα  καμώματα είναι πώς φτύνω τον κόρφο μου κάθε φορά που βλέπω  τα παρτάλια από λάστιχο νταλίκας σκόρπια στην εθνική οδό, με βάση το γεγονός πως μ΄έπιασε κανα δυό φορές λάστιχο όταν δεν έφτυνα.
 
Αλλά γενικά , οι ονειροπολήσεις υποχώρησαν με το πέρασμα του χρόνου, καθώς υποχωρεί η μυωπία όσο ενηλικιώνονται οι πατομπούκαλοι.
 
H γέννηση του αδελφού μου,το 1955, ήταν μείζον επικοινωνιακό γεγονός που το αντιμετώπισα με την συνήθη  νηπιακή μοχθηρία. Τού έβγαζα υποκριτικά τα μπαμπακάκια από τις δίπλες των σαρκών του, έτσι που εμφιλοχωρούσαν από την βαμβακερή πάνα, μπροστά στη μαγεμένη μάνα μου, τον αποκαλούσα μπέμπη και μωράκι μου,αλλά μια μέρα που τον πέτυχα μονάχο του στην κούνια τον έκρυψα κάτω από τον βαρύ καναπέ με το χρυσό βελούδο (πώς χώρεσε  από σχισμή δέκα πόντων!) και μετά βγήκα στην αυλή σφυρίζοντας αδιάφορα.
 
Με το πέρασμα των μηνών κατάλαβα ότι δεν υπάρχει πιο ωραίο παιχνίδι από μια ζωντανή πλαγγόνα και η ζήλεια μου πέρασε. Με το πρόσχημα της πάλης και της προπόνησης έφαγε το ξύλο της ζωής του,έτσι που μας χώριζαν επτά χρόνια,κι έτσι όπως με λάτρευε ,θεωρώντας πιθανότατα το τελετουργικό ξύλο ως μέρος της εκπαίδευσης ενός πολεμιστή.
 
Διότι δεν πρέπει να παραλείψω τη λεπτομέρεια ότι τον έδερνα εν πλήρει τάξει. Ποτέ δεν σήκωσα χέρι από εκνευρισμό. Ο σαδισμός μου ήταν  οργανωμένος. Ήταν ο νέος πολεμιστής που αντιμετώπιζε δράκοντες και αγίους κι εγώ ο  αυστηρός  δάσκαλος πολεμικών τεχνών  που τον ωρίμαζε.
 
Ποτέ δεν λησμονούσα να  δέχομαι ακριβώς τα ίδια χτυπήματα από το δικό του χεράκι. Τέσσερις γροθίτσες αυτός , τέσσερις γροθιές κι εγώ.Με το πέρασμα των χρόνων κι όταν οι σφαλιάρες του άρχισαν να τσούζουν , επιλέξαμε άλλο τοπίο παιχνιδιού, τα επιτραπέζια.
 
Εμείς δεν παίζαμε φιδάκι, χήνες και ντάμα. Παίζαμε καπάκια, τόμπολα και στρατιωτάκια.Τα καπάκια ήταν βέβαια πώματα από μπίρες και αναψυκτικά.Σύνηθες παίγνιο και σύνηθες θέαμα να βλέπεις εκείνα τα χρόνια πιτσιρικάδες να περπατούν σκύβοντας ανάμεσα στα εξοχικά ταβερνεία και καφενεία και να μαζεύουν τα  καπάκια.
 
Δεν ξέρω πώς τα έπαιζαν οι άλλοι, εμείς πάντως  τα είχαμε ως στρατιωτάκια.Ανάλογα με την σπανιότητα,άλλα καπάκια ήταν αρχηγοί κι άλλα απλοί φαντάροι. Τα κοινά ήταν κυρίως από μπίρες ΦΙΞ, από πορτοκαλάδες ΝΕΚΤΑΡ. Μέσοι βαθμοφόροι ήταν  τα καπάκια που είχαμε καμιά δεκαριά απ αυτά, όπως  τα αναψυκτικά ΦΗΜΗ Ιστιαίας (είχαμε βρεθεί στην Αιδηψό και τα μαζεύαμε) και μερικά  ΕΨΑ από τον Βόλο, τα ωραιότερα. Αρχηγοί ήταν είτε μερικά κοινά αλλά εντούτοις πατικωμένα, ιδιαίτερα, και το μοναδικό καπάκι Σινάλκο, μια πρόδρομη κοκακόλα.
 
Τα καπάκια τα παίζαμε τοποθετώντας με στρατιωτική τάξη τους αντιπάλους,κατά φάλαγγες ή κολόνες, από την χρωματιστή πλευρά.Μετά τα πλησιάζαμε κοντά και είτε τα ανακατεύαμε, οπότε νεκροί ήταν τα καπάκια που αναποδογύριζαν,είτε κάναμε μονομαχίες, οπότε σηκώναμε με μια  γρήγορη κίνηση του δείκτη και του αντίχειρα τα δυο αντίπαλα καπάκια και αυτό που έπεφτε ανάποδα σκοτωνόταν.Παίζαμε τη γρήγορη μάχη,όπου όλα τα αναποδογυρισμένα καπάκια  ξαναγυρνούσαν στο κουτί, ενώ η στρατηγική μάχη πρόβλεπε να μετράμε τις απώλειες μετά από κάθε συμπλοκή  και να σκοτώνουμε μόνον τα περισσευούμενα της μιας πλευράς.
 
Η τόμπολα ήταν ανάλογο παιχνίδι.Δεν παίζαμε το συμπαθές παιγχνίδι σύμφωνα με τους κανονισμούς, αλλά χρησιμοποιούσαμε  τα αριθμημένα ξυλάκια με την ίδια τεχνική. Ήταν πλακέ, κυλινδρικά,και είχαν το μεγάλο πλεονέκτημα να είναι λόγω αρίθμησης, απολύτως προσωποποιημένα.
 
Ενα τομπολάκι που άντεχε τις μάχες,γινόταν αυτομάτως ήρωας.Σιγά γιγά έπαιρνε και στοιχεία προσωπικού ήθους.Ακόμη θυμάμαι ότι το 21 ήταν ο μεγαλύτερος ήρωας,το 57 ο πιο μεγάλος στρατηγός, το 85 ο θυμόσοφος αρχηγός, το 77  ο πιο δυνατός πολεμιστής, το 69 ένα λαφροκάνταρο, το 3 γνωστός άχρηστος και λοιπά.Τώρα που ανακαλώ πράγματα στη μνήμη,θυμάμαι λεπτομέρειες για την  συμπεριφορά και των 90.
 
Όταν η τόμπολα ωρίμασε ως παιχνίδι,τα καπάκια γίναν αυτομάτως τα άλογά τους:από την πλευρά του φελλού τοποθετημένα χωρούσαν ακριβώς ένα ξυλάκι.
 
Η προσωποποίηση έφερε άλλη εξέλιξη. Βάζαμε στους ήρωες,ένα σημαδάκι με μαρκαδόρο στην περιφέρειά του για να θυμόμαστε  ότι σε μια μάχη σκότωσε  πέντε ή δέκα αντιπάλους. Σύντομα, οι μεγάλοι ήρωες  χρωματίστηκαν τελείως, οπότε αναγκαστήκαμε και  τα βάψαμε όλα με διάφορες ακουαρέλες ώστε να ξεχωρίζουν οι φυλές και τα γένη. 
 
Η πρώτη και η ένατη δεκάδα ήταν  οι βασιλικοί, η  πέμπτη και η έκτη οι δημοκρατικοί, η τρίτη και η έβδομη οι μισθοφόροι και οι υπόλοιποι τριάντα η τριπλή συμμαχία.Από αυτή τη μεταμόρφωση  εμπνεύστηκε ο αδελφός μου και έπλασε ποδοσφαιρικές ομάδες ανά κατηγορίες και παίζαμε πλέον ως ένα είδος subuteo , αγώνες.
 
Όσο βρίσκαμε κι άλλα τομπολάκια, οι ομάδες  έφτασαν να παίζουν πρωταθλήματα ανά κατηγορίες. Τα εξτρέμ και τα μπακ φάνηκαν αμέσως,οι ατομιστές και οι οργανωτές. Αυτό που φημίστηκε αργότερα ως εικονική πραγματικότητα,στα μέσα του αιώνος το βίωναν αρκετές χιλιάδες παιδιά.Και εμείς καταμεσής.
 
Κορυφή και μητέρα όλων των παιχνιδιών ήταν βέβαια τα στρατιωτάκια. Σε αχλύ μνήμης θυμάμαι μερικά μολυβένια, αλλά  τα σπουδαιότερα ήταν κάτι πλαστικά χρωματισμένα, Γερμανοί, Αμερικανοί, Ουσάροι, Λοκατζήδες, τσολιάδες, έως και αρχαίοι Έλληνες,που είχαν προσωπάκι και καμιά φορά έβγαινε το κράνος τους.
 
Δεν παίζαμε ποτέ τα ημιδιαφανή πλαστικά που χάριζε ένα απορρυπαντικό και παράσταιναν καουμπόηδες και ινδιάνους.
 
Τα στρατιωτάκια είχαν όνομα και βαθμό. Ο Κυάλιας ήταν ο μεγαλύτερος αρχηγός, ιδίως μετά από μιά περίοδο που ο αδερφός μου του έξυσε το κεφάλι με μια ξύστρα γιά μολύβια και τον παραμόρφωσε. Υπήρχε ένας  Γρηγόρης Ελληνάκιας, ένας Φρίτς, ένας Χάνς,ένας Ατσάλης,διάφοροι.
 
Ειχαμε φτάσει σε τέτοιο σημείο παραφοράς ώστε στα στρατιωτάκια ανήκει και ο πρώτος εφιάλτης που θυμάμαι : ήμουνα έξω από το σχολειό του Καγιάφα και άνοιξε ο ουρανός, βγήκε ένα μεγάλο χέρι μέσα από έναν μπλε μανδύα και με έδειχνε με τον δείκτη. Γυρνάω να ζητήσω βοήθεια από τους φίλους μου και όλοι είχαν τα ανέκφραστα πρόσωπα των πλαστικών στρατιωτών.
 
Αργότερα στον στόλο των παιχνιδιών προστέθηκαν σιδερένια αυτοκινητάκια, κυρίως πολεμικά και  διάφοροι κύβοι, συναρμολογούμενα πλαστικά ΤΕΚΤΩΝ (πρόδρομοι του LEGO) και τα  παρόμοια, με τα οποία χτίζαμε  κάστρα, πόλεις και λιμάνια, αναλόγως την εποχή που διαλέγαμε και το είδος της μάχης.
 
Σε πλήρη ενοχή παίζαμε τέτοια παιχνιδάκια  κάθε Κυριακή  τουλάχιστον ώσπου να κλείσω τα τριάντα. Σύντομα ήρθαν οι υπολογιστές και τα έσβησαν όλα.
 
Ο έξω κόσμος δεν ήταν καθόλου ηπιότερος.Από την ίδια την  γειτονιά μου, ανήκα στην μαρίδα των παιδιών του Τρίτου Δημοτικού που ταυτιζόταν με την συνοικία Αγίου Γεωργίου. Είχαμε την παρέα μας, την συμμορία μας που είχε βασιλιά και  πολεμιστές.Η παρέα μας  ήταν υποτελής στις μεγαλύτερες ηλικίες αλλά διέθετε ένα σμάρι  νήπια που θέλανε να σταδιοδρομήσουν υπό τις οδηγίες μας. Οι μεγαλύτεροι ήταν κι αυτοί κατανεμημένοι σε παρέες  αλλά δεν υπήρχε γενικός ντερβέναγας στην συνοικία μας. Ημασταν μάλλον αβασίλευτοι.  Ωστόσο υπήρχαν σύνορα, πόλεμοι και μάχες.Ο εκάστοτε δυνατότερος που ήταν παρών σε συμπλοκή ήταν αυτομάτως ο αρχηγός μας.
 
Σε τοπικό επίπεδο, η παρέα μας είχε εμβέλεια τρία στρέμματα. Εκεί ήμασταν ελεύθεροι να παίζουμε, να μαλώνουμε και να τα βρίσκουμε χωρίς παρεμβολές ή έξωθεν βία. Η γειτονιά μας ορίζονταν προς νότον από την Παλιά Αγορά, πάνω στην αρχαία Εγνατία Οδό.
Δείτε επίσης:
bb0a25e2d9bc3a142983ad1fd99bcebd.jpg