• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Φωτογραφία της Σίντι Μπλουμ
Η ακαταμάχητη γυμνότητα της γνώσης
Πάνος Θεοδωρίδης | 14.06.2017 | 20:58
Μερικές φορές, φίλοι και γνωστοί μουρμουρίζουν που δίνω συνεχώς εξηγήσεις και διευκρινίσεις σε ό,τι με ρωτάνε, χωρίς να απαιτώ ιδεολογική ταυτότητα ή προδιαγραφές.
 
Απλώς χαμογελώ, επειδή ανταποδίδω πλήθος δώρων που μου προσέφεραν δάσκαλοι από το παρελθόν , που με αντιμετώπισαν με ευρυχωρία πνεύματος και πραγματική στοργή.
 
Οι καθηγητές στο πανεπιστήμιο, πριν πενήντα χρόνια, είχαν μια φήμη αυστηρού κεχαγιά που απαιτούσαν διάφορα παράξενα στις εξετάσεις και ήταν θαύμα αν τους «περνούσες» με την πρώτη.
 
Χωρις να αντιλέγω σε αυτά, μένω στο βασικό: είτε ζητούσα τη βοήθειά τους, είτε όχι, μου παρείχαν πλήθος κλειδιών για να παραβιάζω τις αμπάρες του ακαδημαϊσμού. Μάλλον καταλάβαιναν εκ πείρας τι μελούρα ήμανε κάτω από ένα στρώμα λίπους και φρεναπάτης.
 
Και δεν αναφέρομαι μόνον στους καθηγητές που παρέδιδαν μαθήματα στο πολυτεχνείο. Ήμουν ένα κουτάβι ανασούμπαλο, επηρμένο και δαγκωνιάρικο.
 
Προκαλούσα και ως αντίδωρο έπαιρνα μεγαλοψυχία και ηπιότητα.
 
Μσζί με μια παρέα ομοφρόνων ,διασχίζαμε ποταμούς άγνοιας και βάλτους με κροκοδειλάκια, ωστόσο πάντα έρριχναν ένα χορτόσχοινο για να βγούμε από τις γκιόλες.
 
Και μάλιστα, χωρίς να ζητάς: σου έδιναν, ανκαι δεν ήξεραν καν τι καπνό φουμάρω.
 
Ανέφερα ήδη πως ο Σβορώνος με γέμισε σπάνιες, δυσεύρετες εκδόσεις, χάρη σε ένα γράμμα που του έστειλα, πλήρες ακαταδεξιάς και καμποτινισμού. 
 
Ο Νικόλαος Μουτσόπουλος μού άνοιξε το εργαστήριό του απλόχερα,  όποτε με έβλεπε βυθισμένον στη μελέτη, από την μισάνοιχτη πόρτα μου πετούσε μια οδηγία του στύλ «βρες στοιχεία για τους Παυλικιανούς»  ή «συσχέτισε τα ισλαμικά οξυκόρυφα με τα γοτθικά» χωρις καμία διάθεση «να μου πάρει τα στοιχεία». 
 
Κάθε φορά που έφτανα στο γραφείο του Μπούρα, αρχή χρονιάς, κουβαλώντας του φακέλους απο περιοδείες και περιπέτειες, κοίταζε την ντάνα, έργο σκληρό πέντε μηνών και μου έλεγε «καλά δουλέψατε αυτήν την εβδομάδα».
 
Ο Χρήστου, Ιστορία τέχνης, ανέχονταν και κρυφογελούσε κάθε εργασία που του παρουσίαζα, έμφορτηαπό παραδοξότητες, ενώ με πέρασε προφορικά, όταν ρωτώντας με για τον σουρεαλισμό του απάντησα «πως τολμάτε να ρωτάτε αυτά στον τελευταίο επιζώντα σουρεαλιστή;».
 
Ο Φατούρος, που του παρουσίαζα, αντί για θέματα εξαμήνου, ποιητικές συλλογές και κόμικς αυτόγραφα, φρόντιζε να μου δίνει φωτοτυπίες του Τσόμσκι και άλλων του καιρού, τον καιρό που η σημειολογία και η αμφισβήτηση πάσαν εβόσκετο την ακαδημαϊκή οικουμένην.
 
Ο Καραγιαννόπουλος ενδιαφερόταν για τις εργασίες που έκανα στο αναγνωστήριό του, και ήταν  ο πρώτος αυστηρός αναγνώστης πολλών από αυτές.
 
Ο Μαρωνίτης, παρότι μου έρριξε μια φάπα, στην πρώτη μας γνωριμία, και με είπε καμποτίνο,εξαγριωμένος που η παρέα με λιβάνιζε ως αναγεννησιακό και μπιζιμπόντη, ώς το τέλος της ζωής του μοιράστηκε μαζί μου πλήθος σκέψεων και λεπτομερειών μιας ακαταμάχητης αναγνωστικής μεθόδου.
 
Και κανένας δεν ακύρωσε τόσο σκουπιδαριό μέσα μου όσο ο Γιώργος Σαββίδης, αβρός, οξύς και αμείλικτος, λάτρης της λεπτομέρειας που έπλαθε την Διαφορά και ανεκτικός στην πτωχαλαζονεία μου.
 
Ιεράρχες, καλογεροι, ποιητές, τεχνίτες, αρχαιολόγοι και κομματικοί ινστρούχτορες,μοιράστηκαν μαζί μου το κρύφιο πρόσωπό τους και πλήθος ανθρώπων που δεν γνώρισα προσωπικώς και δια χειραψίας, με τίμησαν με την ανοιχτή τους καρδιά.
 
Εκατοντάδες άνθρωποι με ευεργέτησαν κι ας μη το κατάλαβαν, κι ας μη τους το είπα.
 
Ηταν μια ενδιαφέρουσα ζωή, κυνηγημένη από αμφίμεικτα αισθήματα για τον θάνατο, τον οίστρο και την αγάπη. Χωρις την μεσιτεία και τες πρεσβείαις των, σήμερα θα κυβερνούσα μια δράκα φουσκωτών πουλώντας εκδουλεύσεις.
 
Αυτήν την χάρη προσπαθώ να ανταποδώσω.
Δείτε επίσης:
6f8f03dc0021ea395798646e042040a6.jpg