• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η Χηναρού
Πάνος Θεοδωρίδης | 05.06.2017 | 01:46
Επί μερικά χρόνια, επί Χρουτσώφ και Αϊζενχάουερ, κοιμόμασταν  στρωματσάδα Σαλονίκη, τέλος Αυγούστου, στο σπιτικό του θείου μου του Νίκου Διπλάρη και της Ρίτσας, αδελφής της μάνας μου. 
 
Είτε ψευτοκάναμε παραθέριση, είτε για να δούμε την΄Εκθεση. Μαζί με τα ξαδέρφια μου, τέσσερα και τους παπούδες, συμπληρώναμε μια δωδεκάδα, στο ημιυπόγειο της οδού Άρεος, αλλά τότε το πλήθος είχε άλλη ερμηνεία.
 
Όποτε έπεφτε Κυριακή, ο θείος μου κατέβαινε Αριστοτέλους για ψάρεμα, παρέα με έναν Καπετανάκη, συνεταίρο του. Το 1957, με πήρε μαζί του.
 
Τελευταίες μέρες των τραμ στην πόλη. Από λεωφόσο Στρατού, κατεβήκαμε Εγνατία, στην αλάνα και περπατήσαμε ώς την παραλία.
 
Μας περίμενε βαρκάκι , άλλος έφερε δολώματα, ο βαρκάρης τα κουπιά, ήμασταν πέντε ή έξι, σ ένα τσόφλι, δεν θυμάμαι.
 
Ο θείος μου ήξερε τα σημάδια.Ηταν ο πλοηγός. Όλοι οι άλλοι βλάχοι, αυτός Πειραιώτης, κάποτε μηχανοδηγός ,έπειτα γυψάς.
 
Πρώτα με κουπί πήραμε ευθεία την προέκταση της Αριστοτέλους στη θάλασσα. Ώσπου να βγούμε αφήνοντας τον δεξιά λιμενοβραχίονα στα δεξιά, πηγαίναμε όλο ευθεία.
 
Μετά ο θείος  Νίκος σηκώθηκε όρθιος, άπλωσε τα χερια του ανατολή –δύση βλέποντας το καράμπουρνου, και κοίταζε δεξιά αριστερά, τον Πύργο και κάτι μακρινό, στην Παλιομάνα. Όταν πείστηκε πως Λευκός πύργος και Παλιομάνα ήταν ευθεία, σταύρωναν με την κωπηλασία μας, είπε «σια μάστορα,ρίξε άγκουρα»
 
Εγώ νόμιζα πως ήμουνα στον καιρό των ρεμπέτηδων, επειδή μόνον ο παπούς μου ο Μπαρμπαγιάννης τραγουδούσε άριες και σιγκόντο η δυχατέρα του η Ρίτσα. Τον Διπλάρη τον ελέγανε «Νίκο τον τρελάκια» ενώ ο συνεταίρος του άκουγε στωικά κάθε τόσο το «δεν ξανακάνω φυλακή με τον Καπετανάκη».
 
Στο μέρος που σταθήκαμε, καΐκια και καράβια μας περνούσαν  απο αριστερά.
 
Ήταν τόπος για τσιπούρες, έλεγαν, και μάλιστα τις χρυσόφρυδες. Στην αρχή δεν τσιμπούσε.
 
Ώσπου ο  θείος μου ξανακοιτάει και χτυπάει το μέτωπο. «Πιο βαθιά να πάμε, είκοσι οργιές, δεν είμαστε ισιάδι με την Χηναρού».
 
Χηναρού έλεγε κάτι αχνά δεντράκια στην Παλιομάνα, δεν ήξερε γιατί τηνε λένε Χηναρού, αλλά εκεί, κοντά στους στρειδότοπους, είχε γόννο συναγρίδι.
 
Εκεί, εννιά χρονών, έμαθα τι νοστιμιά έχει το ψωμοτύρι με ντομάτα, κι ας ξέρασα δυο φορές.  Με το που αλλάξαμε θέση άρχισε να τσιμπάει και ο Καπετανάκης μου έβαλε στο χέρι τη μεσηνέζα, να γευτώ τι εστί τσίμπημα.
 
Ηταν όντως καύλα βραστερή.
 
Και ο θείος Νικος στο τέλος λέει ένα «Ώπα» και βγάζει μια μισοκάρικη τσιπούρα.
 
Δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Το βυσσινί της σβάραχνο, το ασημί της λέπι και το χρυσό της φρύδι που όλο μου το έδειχναν και όλο δεν το έβλεπα.
 
Από τη βάρκα βγήκαν δυο οκάδες και τα μοιράσανε. Γυρίσαμε Ευζώνων με τα πόδια και στο δρόμο άκουγα ιστορίες για τραίνα και κλουβιά με ομήρους μπροστά από τη μηχανή.
 
Όταν λοιπόν αντάμωσα την Χηναρού ως τοπωνύμιο σε ένα αγιορείτικο αρχείο και την είδα γραμμένη σε παλιό χάρτη, ήξερα πως υπάρχουν πολλές πυξίδες αόρατες που δουλεύουν τέλεια στον κόλπο θερμής αγάπης, όπως επαινεί ο Μανουήλ Φιλής τον Θερμαϊκό.