• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ 01
Πάνος Θεοδωρίδης | 01.03.2014 | 09:00
 
Υεμενίτικης καύχησης δέρμα
 
 
ΘΑ ΔΙΗΓΗΘΩ την ιστορία της Δυναμό.Την θαύμαζα, την ποθούσα, την ερωτεύτηκα,τα φτιάξαμε και χωρίσαμε,την νοσταλγώ. Άν οι έρωτες έχουν λόγο, τον δικό μας λόγο δεν τον κατάλαβα.Μιλούσε άλλη γλώσσα και ήμουν τότε μογγίλαλος. Αλλά η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν είναι δική μου ή δική της, είναι δική σας, αναγνώστες και θα το νοιώσετε εύκολα και άνετα. Η Δυναμό συμβάλλει με την παρουσία και τις πράξεις της, εγώ με την τέχνη μου κι εσείς θα διαβάζετε και θα μπαίνετε στον κόσμο της, όπως ποτέ μου δεν τα κατάφερα.
 
Η Δυναμό εμφανίστηκε στο πλάνο κολλητή ενός πανέμορφου μαλάκα. Ήταν ψηλός και λεπτός, φορούσε σκούρα πάντοτε και  γύρω από τα μάτια του,ακριβή κληρονομιά, περίσσευαν οι καφετιές σκιές. Σπανίως ξυρισμένος, έδιδε την εντύπωση μονίμως ξενυχτισμένου ατόμου και δεν θυμάμαι πώς τον έλεγαν.
 
Διηγούνται οι ειδήμονες ότι τους έθελξε από μιά γυναίκα  το βλέμμα, οι κινήσεις,το σώμα ή η φωνή τους. Στην δική μου ζωή με ενδιέφερε πρωτίστως με ποιόν είχαν δεσμό.Δεν έτυχε να γνωρίσω ποτέ παρθένα κόρη, μήτε κάποια που δεν ήταν ελεύθερη και διαθέσιμη, με κλειστό το δοχείο της απέναντι στους άνδρες υπό ακατανόητους όρους. Συναντούσα μονίμως ερωτευμένες ή δεσμευμένες μέ άλλους γυναίκες, παντρεμένες ή υπό την καταληψία της αιωνιότητας.Η ιστορία τους συνήθως η ιστορία των ανδρών που είχαν ήδη γνωρίσει.΄Εμπειρες στην συλλογή στοιχείων. Ικανές να μπερδέψουν γλυκά τις αρχαίες δοκιμές τους με το παρόν.Στο μυαλό τους, (έλεγα, πίστευα και  δεν ερευνούσα) οι άνδρες της ζωής τους δεν είναι χωρισμένοι κατά σώματα και χαρακτήρα,αλλά κατά ελεύθερες συνθέσεις όπου οι ευγενικές κινήσεις,τα δώρα γενεθλίων, τα ταξίδια και τα γεύματα, συνυπάρχουν με μυρωδιές δωματίων, γεύσεις σώματος, μακρυνές αισθήσεις από πεθερές και σόγια.Γι΄αυτό και στην περίπτωση της Δυναμό μ΄ένδιέφερε πρώτα σε τίνος το μπράτσο κρεμόταν και πώς τον κοίταζε.
 
Κατάλαβα ότι ήταν μιά πολύμηνη σχέση. Ακουμπούσαν ο ένας τον άλλον ,μέσα στο κυλικείο όπου τους πρωτοσυνάντησα, μάλλον μηχανικά,με τους αγκώνες.Θεωρούσαν πλέον αυτονόητη την παρουσία ο ενας του άλλου και ήδη μιλούσαν όπως τα περισσότερα παλαίμαχα ζευγάρια: άρχιζε ο ένας μιά φράση και άφηνε το ταίρι του να την συμπληρώσει. Αχ ,ζευγάρια που θυμίζετε τους ζευγάδες από τα αναγνωστικά του δημοτικού, υπάλληλοι σχέσης, τμηματάρχες ονείρων και δόκιμοι άγγελοι! Μετά, είδα την Δυναμό.
 
Ήταν ακριβώς μία μιγάδα.Όχι στο αμερικάνικο στίλ που ξέρουμε από το σινεμά. Έλληνίδα στο φέρσιμο και στο ντύσιμο,αλλά προφανώς με γονίδια από τον τροπικό του Καρκίνου.Οι μαλακές και μεγαλοπρεπείς κινήσεις της χώρας του Σαββά, υεμενίτικης καύχησης δέρμα,κάπου κάποιοι πρόγονοι χάζευαν την Ερυθρά θάλασσα,μεταξύ των πηγών του Νείλου και της Ευδαίμονος Αραβίας. Ήταν κατασκευασμένη γιά να δέχεται όλες τις στολές, όλες τις καλυπτήριες συσκευές και όλα τα πέπλα του κόσμου.Τώρα βέβαια την λέω υεμενίτισσα, τώρα που τις είδα σε αεροδρόμια στο Κάιρο, στην Πόλη και στην Αλεξάνδρεια, στα Ιεροσόλυμα και στο Τελ Αβίβ αλλά και στη Βιέννη και το Λονδίνο.Το μαύρο μετάξι. Τα στικτά τους χέρια και το κουτάλι με την σούπα που το εξαφανίζουν κάτω από την ούγια του τσαντόρ χωρίς να λερώνονται.
 
Μιά μέρα,με μιά μεθυσμένη παρέα, χάσαμε τον δρόμο και βρεθήκαμε, αντί γιά τη θάλασσα,σε μεταλλεία.Κάτω από καφετιά τριβεία με την σκόνη σύννεφο, κυκλοφορούσαν κορμάκια ντυμένα ανδρικές στολές,με τα κεφαλάκια τους σκεπασμένα με μαντήλια και μπόλιες.Μόνο μιά σχισμή γιά τα μάτια.Από τις κινήσεις τους και παρά την μέθη μας καταλάβαμε ότι πρόκειται γιά νέες κοπέλες, ιδιως από τις κινήσεις τους που ήταν επιτηδευμένα θηλυκές.΄Ετσι να σκεφτείτε την Δυναμό, αλλά χωρίς τα καλύμματα.Ήταν γεννημένη γι΄αυτά, άσχετο άν φορούσε φόρεμα καβαδούρα, λεπτές γόβες και σκουλαρίκια.
 
Επειδή στην κεφαλή της έπρεπε μακεδονίτικη κατσούλα ή φερετζές, απομονώθηκα από την παρέα μου,στα τρία μέτρα από την δική της, χαζεύοντας αυτό το απίστευτο πρόσωπο.Ήταν στενό,με θλιμμένα μάτια καστανά και το στόμα της ήταν μικρό με τεράστια χείλη.Το ίδιο χυτήριο αισθημάτων είχε πλάσει τα μέλη της.΄Ηταν λεπτή με διαφαινόμενους μύες.Η φωνή της ήταν μελοδραματική.Επίσης λεπτή, με αναπάντεχο βάθος ενίοτε, ιδίως όταν έσκαγε στα γέλια.
 
Οι φίλοι μου γύρω άρχισαν τους επαίνους. Ο ένας εδήλωσε κεραυνοβολημένος, ο άλλος προσπαθούσε και δεν της έβρισκε ψεγάδι, ο  τρίτος και καλύτερος μας είπε το όνομά της. Δυναμό.
 
Την πρώτη εκείνη μέρα δεν την μύρισα,αλλά την άγγιξα.Συστηθήκαμε και η χειραψία της ήταν δυνατή.Καμιά σχέση με το φευγάτο άγγιγμα που η ευγένεια των καιρών απαιτούσε να διαθέτουν οι γυναίκες.Μού έσφιξε το χέρι ωσάν οικοπεδούχος ευχαριστημένος με την αντιπαροχή.
 
Υπάρχει ο κεραυνοβόλος  έρωτας, υπάρχει η χημεία, υπάρχει η φυσική συμπάθεια ή μήπως δεν υπάρχει τίποτε απ΄όλα αυτά και το μόνο που μαθαίνει ο άνθρωπος από βρέφος όταν πλησιάζει τους άλλους είναι ένα είδος αυτόματης κατανόησης μιάς συγκεκριμένης γλώσσας του σώματος; σήμερα το πιστεύω αυτό μονομανώς. Πιστεύω δηλαδή ότι όταν δυό άγνωστοι συναντιούνται, ανεξάρτητα από τα λόγια που ανταλλάσσουν, παρακολουθούν μιά σειρά σωματικών ακκισμών και χειρονομιών που μεταδίδουν με μεγάλη ακρίβεια την εντύπωση που προκαλούν ο ένας στον άλλον.Αυτό που πιάνεται από τα μάτια, υποστηρίζω ,είναι ακριβώς οι προθέσεις του άλλου σώματος.Μετά κατεβαίνει στα χείλη και στην καρδιά, κατά το λαϊκό στιχούργημα.
 
Η Δυναμό λοιπόν,μέσα στον συγχρωτισμό της δεκάλεπτης παρέας μας ,μου διηγήθηκε αφώνως ότι σκοπεύει να περάσει την ζωή της με τον φίλο της, ότι υπάρχουν οικογενειακές και άλλες διαπιστεύσεις, ότι δεν έχει καμία πείρα της ζωής παρά μόνον μέσα από τον φίλο της και ότι δεν βλέπει κανέναν άλλον ως υποψήφιο εραστή της.Με λίγα λόγια μου υπέδειξε ότι δεν έπρεπε να την ερωτευτώ κεραυνοβόλα, αλλά να διατηρήσω έναν ανυπόκριτο θαυμασμό, ένα χαζολόγημα και μιά αλαφροίσκιωτη διάθεση απέναντί της. Μπορούσα στο μέλλον και εφεξής να την χαιρετώ στο δρόμο με χαμόγελο,να την ρωτώ τί  κάνεις; αλλά ποτέ τί κάνεις, Δυναμό;. Θα μπορούσα να της δανείζω αναπτήρα, να είμαστε κολλεγιά σε φοιτητικά ζητήματα, να φλυαρούμε περί μαθημάτων, μουσικής και ταξιδιών,αλλά δεν θα μπορούσα ποτέ να την δω συνοφρυωμένη ή δακρυσμένη και να την πάρω στην φιλική μου αγκαλιά γιά να της ζητήσω να μου ανοίξει την καρδιά της.