• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Παλιές και νέες φίρμες
Πάνος Θεοδωρίδης | 30.03.2017 | 21:25
Ψάχνω ερμηνείες που εξηγούν την ιδιότυπη, να μη πώ κάτι βαρύτερο σχέση των πολιτών της χώρας με την Εξουσία. Δεν έχω καμία πρόθεση να κουβαλήσω στην Αθήνα κανένα κουκουβαγάκι. Αλλά ρίχνω στο τραπέζι του διαλόγου (άλατις!) μια υπόθεση εργασίας.
 
Οι περισσότεροι έχουμε την συμπεριφορά δέντρων που ξεριζώθηκαν και ρίχτηκαν στη θάλασσα. Από τους ανθρώπους που γνωρίζω, αλλά και από εκατοντάδες βιογραφικά που έτυχε να διαβάσω, είναι πολύ λίγοι αυτοί που δραστηριοποιήθηκαν στον τόπο που γεννήθηκαν.
 
Η κινητικότητα πολλών ειναι εντυπωσιακή. Αρκετών, όχι. Πάντως δύσκολα θα βρεις Έλληνα που επιβιώνει τρεις γενιές και παραπάνω στον τόπο γέννησής του. Οι οικογένειες που τον μεγάλωσαν παρουσιάζουν μεγάλη διασπορά, συχνά και έξω από την Ελλάδα. Και δεν μετράω καν τις αναγκαστικές μετοικεσίες, προσφυγιές και παρόμοια.
 
Μπορεί να αλλάζουμε τόπο κατοικίας για να υπάρξει δουλειά ή μια ευκαιρία δουλειάς. Μερικές περιόδους ,η αστυφιλία έσπαζε κόκκαλα.  Σε άλλες, κυριαρχούσε η μετανάστευση και άλλες μορφές αποδημίας.
 
Φυσικά πολλοί στα χωρια ή στις κωμοπόλεις φλέγονταν από επιθυμία να ζήσουν στη μεγάλη πόλη.  Ακόμη και η επιστροφή των μεταναστών (υπήρξε και αυτή) σπανίως ήταν παλιννόστηση στον τόπο γέννησης.
 
Αλλά το αξίωμα «στην πόλη είναι η ζωή» είχε συνεχώς αποφασισμένους οπαδούς.  Στο χωριο «τι να κάνεις, δεν έχει δουλειές» ,ακριβές κι αυτό.
 
Φτάνει με την αμπελοφιλοσοφία.
 
Σημασία έχει πως στην πλειοψηφία μας, κρατάμε αναμνήσεις μιας πρώτης ζωής αλλού, αναμνήσεις γεμάτες ευγένεια και νοσταλγία, και συχνά στις ειδήσεις κυριαρχούν εκφράσεις που δείχνουν τι πιστεύουμε στο βάθος για όλα αυτά: οι πασχαλινές εκδρομές είναι «δραπετεύσεις».
 
Μετά την άδεια, στα γραφεία, το κρίσιμο θέμα συζήτησης είναι «αν γέμισαν οι μπαταρίες». Ακόμη κι αυτοί που δεν ομολογούν «τόπο βιωματικής καταγωγής» επειδή αποξενώθηκαν για μύριους λόγους, σπανίως έχουν αντίρρηση να γραφτούν σε έναν σύλλογο που θυμάται και νοσταλγεί.
 
Η αφέλεια των συλλογισμών μου εξηγείται επειδή δεν κατέχω την ουσία, αλλά τα επακολουθήματα: βλέπω την Πατρίδα να μη υποστηρίζεται με πάθος, παρεκτός και υπάρχει άποψη κληρονομημένη ή ιδεολογικά επιχειρήματα.
 
Απεναντίας, δεν ξέρω Τοπικη Πατρίδα που να μη θεωρείται Πατρίδα. Κι επειδή η Τοπική Πατρίδα είναι σαφώς μικρότερη από την Μεγάλη Πόλη, σίγουρα πιέζεται και μεταβάλλεται δραματικα από τις συνθήκες.
 
Κατάλαβα πως θέλω δεν θέλω, ανήκα στη γειτονιά μου, όταν οι μεγαλύτεροι με στρατολογούσαν για τον εθιμικό πετροπόλεμο στις αλάνες ,εναντίον των «άλλων», κι αυτό έγινε πιό συλλογικό όταν μου σύστησαν να πάμε στο γήπεδο να δούμε μπάλα, αλλα να κρατούσα στις τσέπες δυο τρεις πέτρες, επειδή θα παίζαμε με την ομάδα της γειτονικής πόλης.
 
Και οι «ήρωες» της γειτονιάς  πήγαιναν με αυτοθυσία στον επαναληπτικο αγώνα στην άλλη πόλη, για να τους δείρουν, πράγμα που τους γέμιζε με υπερηφάνεια.
 
Το σχολειό, τα νυχτέρια, τα ομαδικά παιχνίδια όταν έγερνε ο ήλιος, κρατούσαν τα μπόσικα.  Η παρατήρηση αυτοκινήτων στη δημοσιά, ήταν προσφιλής τεμπέλικη ενατένιση. Και δεν υπήρχε αεροπλάνο πάνω από την πόλη να μη το χαζεύουμε.
 
Τελειώνω. Οι διασπάσεις , οι διαφωνίες μας, οι διαφορές μας, μοιάζουν με συμπεριφορές ετεροχθόνων.  Μπορεί, έναν αιώνα πριν ο κοσμος να  κατοικούνταν από ένα δισεκατομμύριο και σήμερα να είναι επτά φορές μεγαλύτερος, αλλα η κλίμακα των προγόνων μας ήταν ήδη πολύ μικρή για να μη κληρονομήσουμε κάτι από τον στενό κορσέ της.
 
Κι όπως σε άλλες χώρες επιχειρήσεις παινεύονται πως κρατάνε δύο και τρεις αιώνες, στα μέρη μας το «απο το 1970» είναι τιμητική και παμπάλαια αναγραφή.