• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο αόρατος πόλεμος
Πάνος Θεοδωρίδης | 26.03.2017 | 22:06
Ενίοτε αισθάνομαι, ενώ βαδίζω σ ένα άδειο πεζοδρόμιο, έναν μυστήριο συνωστισμό. Μου τυχαίνει και σε περίπτερο, όταν δυσκολεύομαι να απευθυνθώ στην περιπτερού της γειτονιάς μου, επειδή έχω την αίσθηση ότι εξυπηρετεί έναν αθέατο πελάτη, που η παρουσία του ανιχνεύεται από μια κίνηση στους αναπτήρες ή στις καραμέλλες βουτύρου-όπως κάποιος που αναδεύει τα αντικείμενα αυτά για να διαλέξει χρώμα ή μάρκα.
 
Αμέσως δουλεύει η λογική, και ανατρέχω ευθύς στον  στρατηγό Χατζηανέστη, ο οποίος, μαθαίνοντας ότι κατέρρευσε το μέτωπο στη Μικρασία, αρνιότανε να κατέβει από το ράντζο εκστρατείας, παραπονούμενος ότι τα πόδια του ήταν γυάλινα, σύμφωνα με μια αδέσποτη φήμη, ή πως αγωνιούσε τι απόγιναν τα στρατά που διέταξε να λάβουν θέσεις σε προκεχωρημένα σημεία της Βιθυνίας, ώστε να βοηθήσουν την εισβολή στην Κωνσταντινούπολη, ένα υπέρμετρα φιλόδοξο σχέδιο που το λύχνιζαν με τους μήνες, περιμένοντας το οκέη των Γάλλων.
 
Οι κατά καιρούς στενοί μου φίλοι, ξαφνιάζονταν,ήδη από την εφηβεία, όποτε με έβλεπαν να ρίχνω μια μπουνιά στον αέρα, ενώ συζητούσα μαζί τους για άσχετα ζητήματα ή απλώς κλωτσούσα στον αέρα, βέβαιος πως δεχόμουν επίθεση. Το έπραττα και ολομόναχος, βαδίζοντας, και το καταλάβαινα όταν διαβάτες με κοίταζαν ξαφνιασμένοι.
 
Καθώς ποτέ δεν αναρωτήθηκα ποια βίδα λασκάρισε και έβλεπα ανεμόμυλους,αρκετοί κολλητοί μου, έπιαναν ένα υπονοούμενο και θεωρώντας με υπερευαίσθητο, μου εμπιστεύονταν να τους λέω το φελτζάνι ή να τους ξεματιάζω. Η κατάσταση  προκαλούσε γέλιο, ιδίως όταν μερικοί άρχισαν να μου στέλνουν με το μαίηλ  φωτογραφίες από τα φελτζάνια με τους τελβέδες.
 
Η όταν, αρκετά συχνά, μου τηλεφωνούν βράδι, όταν είναι μακριά από διανυκτερεύοντα φαρμακεία ή γιατρούς και μου ζητούν να τους ρίξω ένα ξεμάτιασμα, καθώς οι ίδιοι ή κάποιος τους περιβάλλοντός τους, αισθάνεται πως υποφέρει με το κράνος βαρύ στο σκοτάδι ,κατά τον στίχο του αδελφού του Αχιλλέως Παράσχου, που ήταν κατά τα φαινόμενα ο διορθωτής των στίχων του, όποτε είχε καιρό, καθώς ήταν γραμματικός του Κωλέττη.
 
Καμιά φορά, το κενό, οι άδειοι χώροι, τα δωμάτια και τα πεζοδρόμια, γέμιζαν στη συνείδησή μου από μιά ομιχλη που πρόδιδε κινούμενες σκιές, καθώς το φως, τεχνητό ή φυσικό, υποχωρούσε. Τότε έβλεπα σώματα που ανάδευαν, σε τέτοια πυκνότητα, ώστε σάστιζα.
 
Σήμερα, έφτασα σε μία εξήγηση.
 
Είμαι βαθύτατα άπιστος άνθρωπος.Ζήτημα να εμπιστεύτηκα, κατά πρόχειρο υπολογισμό 7, 34 ανθρώπους στις κοντά επτά μου δεκαετίες όπου παίζω τον ζώντα οργανισμό.
 
Κι επειδή η ανθρώπινη φύση, από νευρώσεις και αγωγή, συνταιριασμένα ,διαθέτει έναν μεταφυσικό τομέα, όπου το θαύμα λειτουργεί ακόμη και η τρελή ροδιά μάχεται την συννεφιά του κόσμου, ανακαλύπτω πως τέτοιον τομέα ποτέ μου δεν ενεργοποίησα,και πως αν υπάρχει κατι, νευρώνες, κύτταρα ή άλλο ,απροσδιόριστο, που τους κινεί ,στον οργανισμό μου δεν υφίσταται. Μπορεί να μπάζει νερά ή να μη του δίδω καύσιμα.
 
«Είναι η πίστη, ηλίθιε» ακούω από τις κλειδώσεις μου . «Παπαριές, είναι οι λέξεις, βλίτο» απαντούν οι μύες μου. Κι επειδή κρατάω ειδικόν ξενώνα όπου καταφεύγουν οι σκιές των νεκρών συγγενών , δασκάλων και φίλων μου, κι όπου η μνήμη τους μετατρέπεται σε διάλογο μαζί τους,δεν είναι να απορεί κάποιος που με στοχασμό και μ΄όνειρο φτηνά την βγάζω για την ώρα.
 
Αυτήν την ώρα ,κι ενώ παράγω κείμενα διαφόρων τύπων, παράλληλα, εικάζω μεθόδους ασφαλούς αναστήλωσης του τεμένους του Βαγιαζήτ, επιμετρώ αφαλούς που μ΄εντυπωσίασαν ,μαλώνω με τους θαυμαστές του Πλάτωνα και άλλα τέτοια.
 
Σήκωσα τραπεζάκια, έρριξα ταρώ, κράτησα την αναπνοή μου άχρι λιποθυμίας, αλλά μάταια παίζω τον τρελό και το «είναι διάφορα ο άνθρωπος».
 
Λογικότατα συμπεράσματα παράγω με τον σουρεαλισμό. Και αυτό το κείμενο, το έπλασα υπό ψυχρό υπολογισμό, με στόχους που βρίσκονται στο θυμικό των αναγνωστών μου. Τίποτε άλλο δεν μ΄ενδιαφέρει.