• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ακίνητη, πετρωμένη
Πάνος Θεοδωρίδης | 12.03.2017 | 00:10
Παραπάνω από έναν χρόνο, εκτελούσα τον γύρο της Ελλάδας, σύμφωνα με την σχολική περι εκδρομών άποψη. Ενώ έμενα Σαλονίκη, έτυχε μια δουλειά στην Πάτρα που ήθελε επεξεργασία και στην Αθήνα.
 
Έφευγα λοιπόν αξημέρωτα για Γιάννενα (δεν υπήρχε Εγνατία), έβλεπα την κορούλα μου που σπούδαζε εκεί και κοιμόμουνα στην Πάτρα (μήτε η γέφυρα υπήρχε). Δούλευα δυο η τρεις μέρες κι έπειτα μέσα από ένα δρόμο που ακόμη δεν τέλειωσε έφτανα Αθήνα.
 
Μήτε θυμάμαι σε ποιό ξενοδοχείο έμενα. Άλλες δυό μέρες δουλειά σε ένα δώμα, ευτυχώς ήταν κοντά ένα ντιλίβερι και επέστρεφα Σαλονίκη απο την ΠΑΘΕ, αλειτούργητη στα δύσκολα σημεία της.
 
Αυτό πρέπει να κράτησε πάνω από χρόνο. Επειδή ταυτόχρονα έγραφα καθημερινό «καναβάτσο» σε εφημερίδα, σώθηκαν κάπου τετρακόσια κομμάτια-έβρισκα τρόπο να υποδεικνύω τίνος τόπου εντυπώσεις διέθετα.
 
Ο γύρος συνολικά ήταν λιγότερες από είκοσι ώρες και τρεφόμουνα από σιντάκια, τα γνωστά ,ρεμπέτικα και ροκιές.
 
Όλα τα παραπάνω είναι «συγγραφική τοπολογία», ένας ψευδοΤιπούκειτος. Πολλοί αναγνώστες το χρειάζονται. Άλλοι όχι.
 
Μήτε θυμάμαι πως ξεκίνησε, αλλά ξέρω γιατί παρέμεινε τόσο διάστημα. Επειδή τον Μάιο περνώντας την Αμφιλοχία και ώσπου να προσπεράσω το Αγρίνιο ,ήταν μια μεγάλη σειρά από πωλητές φράουλας.
 
Χιλιόμετρα.
 
Και σε συγκεκριμένο σημείο, μια τέλεια εικόνα γυναίκας. Ακίνητη, μπουρλωμένη πολλά κι ελαφρά ρούχα, γιούφτσα και δη εκ βορείων κλιμάτων, τους στύλ «ο ήρεμος Δον», επώλει την πραματεια της και τόσες φορές περνώντας, κανένας δεν την άγγιζε.
 
Ητον άγαλμα και τοπόσημο, η εμορφιά της απειλητική και την συντύχαινα πάντα πριν σκάσει το καταμεσήμερο.
 
Όλα αυτά τελείωσαν ένα πρωινό του Σεπτεμβρίου, όταν πόθησα να ακούσω ραδιόφωνο και έμαθα για τους δίδυμους πύργους κοντά στην Υλίκη, και ώσπου να πέσουν αμφότεροι, έβλεπα Πλαταμώνα.
 
Σεπτεμβρίου έντεκα.
 
Τα κινητά είχαν μικρύνει πολύ, δεν έμοιαζαν με φωτοτυπικά, ήταν ωσάν μπισκοτάκια και μ έπαιρναν λέγοντάς μου στο περίπου «ορε πούστη μου τη βάψαμε» κι άλλος «οι Εβραίοι το έκαναν, να δεις» κι άλλοι είχαν σαστίσει και γύρευαν γραμμή.
 
Αλλά οι φίλοι μου,ολίγοι και παιχνιδιάτορες ήταν μακριά, και τους συναντούσα σε ένα νυχτερινό μπαράκι που το έλεγαν τόι, μόι, θα σας γελάσω.
 
Ενθυμούμενος το τόι, μόι, αναδύθηκε τον ξενοδοχείο Τιτάνια. Εκεί έμενα όποτε διανυκτέρευα Αθήνα, αλλάσσοντας ο αιώνας.Τα προηγούμενα χρόνια, κυρίως στο Ακρόπολις βιού.
 
΄Ετσι κλείνουν τα κείμενα, γάτε του Καϊμακτσαλάν και βίδρα της ακτής στο Παραβάρδαρον.
 
Και τι δε θα΄δινα για να τη ξαναδώ.
 
Θα είχε απλωμένους τους χρησμούς της στη λερή ποδιά των γονάτων της και θα τηνε ρωτούσα όπως ο Αμλετ την Οφηλία εάν θα ημπόρεια να απιθώσω την γκλάβα μου εκεί, χρησιμοιεί τη λέξη lap, στην λαπάρα της, στον φιλικό της κουητό, σε κόγχη των Ακκουβίτων.
 
Στον γύρο της Ελλάδος και ολόγυρα στη λίμνη.