• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Τράβα το πλάνο, μάστορα...
Πάνος Θεοδωρίδης | 16.01.2017 | 01:37
Διάβαζα Μανουήλ Φιλή και ρεπορτάζ του Βαξεβάνη, αναμίξ και παράλληλα,  όταν ξεκίνησε «ο Κλέαρχος, η Μαρίνα κι ο κοντός», ταινία του 1961. Την άφησα να ρολάρει στην κώχη του ματιού, διακόπτοντας για καναγκαφέ.
 
Θυμόμουνα αρκετά από το 1961. Τις εκλογές. Το πρωτοσέλιδο της «Μακεδονίας»: νόθοι αι εκλογαί, πλαστόν το αποτέλεσμα, με κάτι τίτλους με ξύλινα στοιχεία, τόοσα ,με το συμπάθειο. Υπηρεσιακή κυβέρνηση Δόβα. Στην ταινία έδειχνε ένα μπακάλικο χονδρικής, έλαια ,βούτυρα και έτσι, με τουλάχιστον δυο μπακαλόγατους με ποδέα να βοηθάνε τον Ρίζο, ενώ ο Αυλωνίτης δραπέτευσε για γκομενότσαρκες. Και το τοπίο ήταν στο δεύτερο μέρος, τα Καμμένα Βούρλα. Μαζί με την Αιδηψό, το Πλατύστομο, τις ίδιες τις Θερμοπύλες, ένας εκμοντερνισμένος θερμαλισμός.  Το έργο έμοιαζε με την «ωραία των Αθηνών» στο ότι υπήρχε και εκεί δραπέτευση στην υπαίθριο Ελλάδα, τότε στην Ύδρα. Ισως εξοικονομούσαν κονδύλια για το γύρισμα. Ο Κλέαρχος δεν είχε καθόλου τραγουδιστές και μουσική.  Αλλά  διαφήμιζε εμμέσως ένα ξενοδοχείο, ονόματι «Ράδιον».Οχι, δεν ήταν ραδιόφωνο. Ήταν σχετικο με την ραδιενέργεια που βρίσκονταν στις πηγές. Και δεν ήταν ντροπή η φόβος να βάζεις ταμπέλα «Ράδιον». Σε μικρές ποσότητες, μια χαρά ήταν.
 
Επίσης οι εύποροι πρωταγωνιστές, δεν είχαν γιωταχί.Δούλευαν με αγοραία ταξιά, αμερικάνικα, σαν σαύρες. Και η παραλία των Καμμένων Βούρλων, μακριά από την δημοσιά, ήταν με ψιλή άμμο και μια μπατίρικη σκάλα. Το ταβερνάκι της συμφοράς. Αλλά ήταν ακριβό, όπως η πάσα παραθέριση στην μεταπολεμική Ελλάδα. Εκεί ο Ρίζος έσκιζε τη Μαρίνα. Πρωταγωνιστούσε η ρόμπα της Πόπης Λάζου, που ως ζωντοχήρα, ήταν παιχνιδιάρα και κυκλοφορούσε για τον αέρα της Αιδηψό, Καμμένα Βούρλα ή Λουτράκι. Λίρες κληρονομημένες, ο Ρίζος με μια οκά μπριγιαντίνη, στο ξενοδοχείο δήθεν ξένες, όλες ελληνίδες μποτούδες, που οι μηροί των σπανίως άφηναν διάκενο για τον παραδοσιακόν μπατανά.
 
Η ταινία ήταν καταστροφική για τα οικονομικά της .Ελληνικό έργο που το έβαλαν «ακατάλληλο» επειδή ξεφτίλιζε την αγία οικογένεια. Πρεμιέρα, 18 Δεκεμβρίου 1961.Έργο γεμάτο δουλειές του ποδαριού, βάρβαρο φλέρτ, τα σκαστά φιλιά επί γερόντων συνήθη, πόλεμοι των φύλων και των ηλικιών.
 
Αυτή τη φορά ,δεν έμεινα στον Τσιφόρο και στα πετυχημένα αστεία. Έσπαζα το κεφάλι μου για ποιόνα λόγο, αφου η οικογένειά μου ήθελε θερμαλισμό, δεν είχε ιδέα για τα λουτρά Βόλβης, το Λαγκαδά, τα λασπόλουτρα απο τις μικρές λίμνες, την Πικρολίμνη και την Γλυκολίμνη ώς τους Φιλίππους, τη Σουρωτή, τα Δουμπιά, το Γριμποτζάκι, τα Ζεστά Νερά, τη Νιγρίτα, την Αγία Παρασκευή και άλλα πολλά που ανάβλυζαν. Ήξεραν πως ήταν «αναξιοποίητα» και περισσότερο τους έθελγαν η Ικαρία, του Καϊάφα και οι λουτροπόλεις. Και ήρθαμε τότε Αιδηψό με αγοραίο ταξί όπως της ταινίας, και έχω φωτογραφία με την τετραμελή μου οικογένεια να φωτογραφίζεται στα Τέμπη με τον σωφέρη και το ζεύγος Ράπτη , των γερόντων, που είχαν τον φουρνάρικο και μοιραζόμασταν το αγώγι. Τότε η ΠΑΘΕ ήταν μισοτελειωμένη φρικτά, αλλα μετά τη Λάρσα πιάσαμε ευθεία Γλύφα και μετά στον Αγιόκαμπο στην Εύβοια και ο σωφέρης με την Αμερικάνα του ξεπέρασε τα 100 χιλιομετρα στην ισιάδα και νόμιζα πως θα τελειώσω την ζωή μου ως Τζεμισντίν με εκεινην την Πόρσε.
 
Συνυπήρξα όθεν με το συνεργείο της ταινίας σε ομόλογο περιβάλλον, αυτοί στα Καμμένα Βούρλα ,εμείς Αιδηψό και Σκιάθο, και νομίζω πως ήμουν μέρος του σεναρίου και έπαιζα ως κομπάρσος εκεί. Ήταν 1961 και κόλπος των Χοίρων στην Κούβα και Βία και νοθεία, ο Λουμούμπα και ο Χάμερσκελντ νεκροί, πλημμύρες στο Μπουρνάζι και σκίτσο του Μποστ επ΄αυτού, κρεμάνε τον Μεντερές, η η εντράδα 6 δραχμές δίπλα στα ΚΤΕΛ και  12 στον παραθερισμό, όλα καλά και οι πινακίδες στα ΙΧ είχαν πλησιάσει τις 150 χιλιάδες.
 
Kαι βέβαια, το έργο δεν ήταν καθόλου ακατάλληλο. Πολύ πιό λάγνα και ενοχική, ήταν η καθημερινή ζωή του 1961. Αλλά δεν λέγεται, και δεν γράφεται. Τη ζωη μπορεί να νομίζουμε ότι την ζούμε, αλλά είναι σίγουρο πως υπάρχουμε μέσω επινοημένων αναμνήσεων.