• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η ζωή στα χωριά, 25/30
Πάνος Θεοδωρίδης | 25.04.2014 | 18:00
"Νουνό, μπετονιέρε!"
 
Ήταν υπουργός εξωτερικών ο Σαμαράς όταν φάνηκαν στο χωριό τα πρώτα κεφάλια Αλβανών. Βόλτα στο ποτάμι, με μπαστούνι διαμορφωμένο από ακονισμένο σκεπάρνι με στειλεό κλαδιού κερασιάς,και να τοι, στην παλιά κοινοτική βρύση. Δύο ,και κρύβονταν.
 
Επί εβδομάδες, στα αραλίκια μας και στα ταξίδια να δούμε φίλους στο Ελευθεροχώρι, στο Μαυροβούνι, να φάμε γριβάδι στον Ριμπά ,που διακοσμούσε το μαγαζί με χυτά τσιμεντένια γριβάδια, τα βράδια περπατούσαν  εφ ενός ζυγού, τη μέρα μέσα σε θάμνα, δίπλα στην άσφαλτο.ΟΙ άλλοι, οι ξένοι, τα αλβανά...
 
Μια φορά που πήγα Πρέσπα, έτυχε και έβλεπα δεκάδες στη σειρά να κατεβαίνουν πλαγιές ή να κάθονται σε σύδεντρα.
 
Στο χωριό μέσα, ήρθαν δύο ,καλοκαίρι.
 
Αντί χαρτιά, είχαν κάτι ζαβά μαραγκιασμένα με φωτογραφία τους όταν ήταν οκτάχρονα. Πλαστά του κερατά.
 
Σταυρό δεν ήξεραν, άλλα ονόματα έλεγαν μεταξύ τους. Φοβότανε.
 
Αλλα και οι Σέρβοι αξιωματικοί του Μιλοσεβιτς προσποιούνταν πως ξέρουν να κανουν το σταυρό τους. 
 
Τους έβαλα να φτιάξουν δρομάκι από το σπίτι πίσω στο καλύβι με τα βιβλία, να μη λασπώνομαι.Έφεραν πέτρα ποταμίσια, ζήτησαν τσιμέντο και άμμο, έφτιαξαν ένα δρομάκι δυο μέτρα πλάτος, με την ποταμίσια πέτρα αρμονικά καμπυλωμένη και τα νερά να φεύγουν από τα πλάγια, αθάνατη κατασκευή, πανέμορφη.
 
Τους πήγα παγωτό και έτρωγαν πρώτη φορά. Το άφησαν να λυώνει στον ήλιο.
 
Δεν ήξεραν ρεπουλίνες και λαδομπογιές, μόνον σκόνη χρώματα. Και ιστορούσαν παπάδες. Με το πλαστικό χρώμα τρελάθηκαν.
 
Μετά στο αδιαμόρφωτο (στα τούβλα) βόρειο τμήμα που δεν πρόλαβε να τελειώσει ο πατέρας μου το 1977, έκανα έναν χώρο ενιαίο για σπουδαστήριο και γράψιμο, με παλιά κουφώματα.Φέραμε ξυλεία και κεραμίδια να το σκεπάσουμε. Δεν προλάβαμε, ήταν 21 Ιουνίου και βράχηκαν πάνω από 5000 βιβλια ,χαρτια και αλληλογραφίες.Καίγαμε  να ζεσταθούμε ένα χειμώνα.
 
Τη στέγη την έκλεισε ο Δάμος.
 
Όλο αυτό το διάστημα τρώγαμε απαραιτήτως το μεσημέρι, ξένοι και δικοί, με σουβέρ, κρασί καλο ή μπίρες, όλοι μαζί ,οικογενειακώς, μαζί με τα παιδιά.
 
Έμαθαν τρόπους ελληνικούς, την εξομολογηση, την έπαρση, την μεγαλωσύνη αυτουνού που κερνάει.
 
Αρχισαν να παίρνουν και άλλες δουλειές, φώναξαν και συγγενείς τους. Ήρθε και ένα τέλειο συνεργείο σοβατζήδων.
 
Παρέδιδε σπίτι από το καραγιαπί τελειωμένο για κουφώματα και ζητουσαν τα μισά η και λιγότερα λεφτά που γι αυτούς ήταν περιουσία.
 
Έγραφα το 1999 και δεν αλλάζω γραμμή:
 
"Ένας πρόεδρος κοινότητας  δεν αφήνει τους ξένους του χωριού του να κυκλοφορούν το βράδι. Στο δικό μου χωριό,οι σχετικές συζητήσεις κλείνουν επταετία.
 
Στα χωριά της Ελλάδας, οι κάτοικοι συζητούν αυτοσχεδίως παρόμοια θέματα από τις αρχές του 90.Αντίθετα με τους αστούς που θεωρούν τους αγρότες μια κουτοπόνηρη φάρα πρόθυμη να κερδοσκοπήσει και εκμεταλλευτές του ιδρώτα  των  αποφύγων,θα ήθελα να υποστηρίξω ότι τα δύο τρίτα των εργασιών που εκτελούν οι Αλβανοί στα χωριά μας  δεν θα γινόταν ποτέ αν δεν υπήρχαν οι Αλβανοί.
 
Ο λόγος είναι απλός:όλες μαζί οι αγροτικές εργασίες που χρειάζονται πολλά και φθηνά εργατικά χέρια διαρκούν ,αναλόγως της καλλιέργειας  από είκοσι μέρες για το σιτάρι έως τρείς μήνες γιά το βαμβάκι.
 
Μετά; μετά οι Αλβανοί κάθονται σε τρώγλες,αποθήκες και σταβλους και περιμένουν κάποιο μεροκάματο.Το μέσο ελληνικό  χωριό με τα εκατό σπίτια(τα μισά άδεια πλην εορτών) δεν έχει ανάγκη από μερεμέτια  τον χρόνο παραπάνω από χίλιες εργατοώρες.
 
Οι χωρικοί της Ελλάδας μοιράζονται το φαγητό τους με τους Αλβανούς, τους  πηγαίνουν στα νοσοκομεία, τους ντύνουν με τα αποφόρια τους,φροντίζουν όσο μπορούν τα παιδάκια τους.Όταν τους περισσέψει κανένα χιλιάρικο,παίρνουν υλικά και τους βάζουν να στρώσουνε κανένα τσιμέντο,να στήσουν ένα κοτέτσι.
 
Η Αλβανική Μαφία μπορεί να γιγαντώθηκε μετά το περσυνό γιάγμα στα καλάσνικοφ,αλλά εν σπέρματι δημιουργήθηκε εδώ και πέντε ή έξη χρόνια,όταν μερικά  καθάρματα  Έλληνες, συμφωνούσαν με τους Αλβανούς κάποια πολύμηνη  δουλειά,σοβατίσματα ή συλλογή σοδειάς και την παραμονή της πληρωμής τους πήγαιναν στην Αστυνομία και τους κάρφωναν ως λαθρομετανάστες,οπότε έφευγαν άναυλα.
 
Μια ,δυό τρείς,την τέταρτη άρχιζε η εκδίκηση.
 
Εδώ πρέπει να επισημανθεί ότι στα νυχτέρια με τους Αλβανούς φίλους μου,οι διηγήσεις τους ήταν γεμάτες κλοπές για λόγους επιβίωσης που διέπρατταν όλοι στα χρόνια του Χότζα.
 
΄Εκλεβαν ό,τι  δεν ήταν κλειδωμένο. Έκλεβαν κότες, ρούχα από το σκοινί,ζωοτροφές,κριθάρι από το χωράφι.
 
Σε μια χωρική Ελλάδα όπου όλες οι πόρτες ήταν ξεκλείδωτες,στην αρχή υπεξαιρούσαν αυτοματικά ότι τους φαινόταν διαθέσιμο,ιδίως όταν είχαν την εντύπωση ότι η παραμονή τους στα χωριά ήταν προσωρινή και θα τους αφομοίωνε κάποια μεγάλη ελληνική πόλη.
 
Όταν απελπίστηκαν από την αστική Ελλάδα, γύρισαν στα χωριά και παραμένουν ακόμη εκεί.Υπολογίζω ότι σε ένα μέσο ελληνικό χωριό των διακοσίων κατοίκων  όπου οι μισοί είναι πάνω από εξήντα,οι μόνιμοι Αλβανοί κάτοικοι είναι τουλάχιστον είκοσι.
 
Και μιλάμε για χωριά χωρίς δουλειές ή κοντινές βιοτεχνίες.
 
Αυτοί έχουν από χρόνια αφομοιωθεί και δεν δημιουργείται κανένα σημαντικό πρόβλημα.Αλλά τα χωριά δεν χωρούν άλλους.
 
Δημιουργήθηκε λοιπόν  εδώ και τρία ή τέσσερα χρόνια μια άλλη κατάσταση.Ομάδες δέκα και είκοσι Αλβανών έρχονται στα χωριά,ζητούν δουλειά και δεν βρίσκουν και  στέκονται σε ομάδες σε πλατείες και σταυροδρόμια,με έκδηλη αγωνία επιβίωσης.
 
Οι «μόνιμοι» Αλβανοί τους φοβούνται και τους εχθρεύονται.Έχει πολλά χρόνια που δεν επισκέπτονται τα χωριά μας Βούλγαροι και λοιποί Βαλκάνιοι.
 
΄Ηρθαν δικαστές,αρχιτέκτονες και γιατροί που τους χρησιμοποιούσαμε ως κηπουρούς και φρουτοσυλλέκτες.΄Ένα ζευγάρι δικαστές, καλότατοι άνθρωποι, έρριξαν μια μεσοτοιχία στο σπιτικο μας. Έφαγαν όλες τις χελώνες στα ρέματα και προσπαθούσαν να αποκτήσουν οτιδήποτε,μήπως και αποκτήσει μιαν αξία.
 
Μιλάμε γιά παλιά κλειδιά,πλαστικές σακούλες,μονές κάλτσες.
 
Η αγροτική κοινωνία αυτορρυθμίστηκε. Ιδρύθηκε ο άτυπος θεσμός της εγγύησης:πηγαίναμε στην αστυνομία και δηλώναμε ότι υιοθετούμε κατά κάποιον τρόπο  έναν ή περισσότερους Αλβανούς και τους βαφτίζαμε .(οι περισσότεροι ήταν προφανώς μουσουλμάνοι,κανένας δεν έτρωγε χοιρινό την πρώτη χρονιά.)
 
Μόλις πήραν χαμπάρι ότι συμπονούσαμε περισσότερο τους βορειοηπειρώτες, βρήκαν κάθε λογής ονόματα και φωτοτυπίες χαρτιών που έδειχναν μιά ελληνίζουσα ρίζα και αυτοβαφτίστηκαν Γιάννης, Κώστας και Πέτρος ενώ οι δικοί τους τους αποκαλούσαν Γκίνη,Μπούα και Λάλα.
 
Τα γράφω όλα αυτά τώρα που θυμήθηκα που πήγα τον Αλβανίτη βαφτισιμιό μου στη Θεσσαλονίκη,να δεί για πρώτη φορά τη θάλασσα.
 
Στο δρόμο μου εξηγούσε τα όνειρά του.Θα έβγαζε λεφτά και θα αγόραζε μια μεταχειρισμένη μπετονιέρα. Θα την πήγαινε στην Αλβανία και θα γινόταν ζάπλουτος.Οπότε μπαίνοντας στην Μοναστηρίου φάνηκαν σε μιά μάντρα  θάλασσες από πορτοκαλιές,απαστράπτουσες μπετονιέρες. «Νουνό,μπετονιέρα!» ανέκραξε μαγεμένος.Τον Θερμαικό τον θεώρησε μεγάλη λίμνη."
 
 Πέρασαν κι άλλα χρόνια ,οι ξένοι δεν έφυγαν ,αλλα λιγόστεψαν. Κάθε χωριό ή περίπου, έχει ένα στέκι γιά πονηρές σχέσεις και ψευτομπουρδελιάρηδες αγαπητικούς.
 
Τα κορίτσια βολεύουν και τους γέροντες, με συνθήκες που δεν σκοπεύω να αποκαλυψω.
 
Στην Κέρκυρα, στο χωριό ένας είναι ο τεχνίτης ο Αλβανός και σε αυτον προστρέχουν όλοι. Κάνει και ευκολιες.
 
Είναι σιωπηλος και υπεύθυνος, όπως αυτοί που περιγράφουν οι περιηγητές του 18ου αιώνα.
 
Και το κοριτσάκι του έχει ένα ανθοστόλιστο όνομα και είναι πολύ καλή μαθήτρια.
 
Δεν τη λενε  Γαρδένια, αλλα Λεβάντα.
 
Θυμόμουνα στην Χαλκιδικη τους Τριαντάφυλλους και τους; Βαρσάμηδες, λείψανα Κλαζομενίων παροίκων του 14ου αιώνα.
 
Αυτή ήταν η δουλειά των ξένων και καταραμένος να είναι όποιος δεν καταλαβαίνει με τι βάσανο γίνεται η ζωή προσωρινώς ανεκτή.