• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η ζωή στα χωριά 20/30
Πάνος Θεοδωρίδης | 20.04.2014 | 18:34
Μετά την ευωχία
 
Δεν υπάρχει τίποτε οικογενειακό και τίποτε επίσημο στη χώνεψη του πασχαλινoύ τραπεζιού ,σε ένα χωριό τέτοια ώρα του απογεύματος που κλείνουν τα μάτια των ηλικωμένων από το αψύ ,πάντα βαρύτερο από το σύνηθες ,τσίπουρο κι εκείνο το ακμάζον γλυκάνισο που δεν κατάλαβαν ακόμη πως πρέπει να το καταργήσουν. Παγωμένα πλέον ίχνη σάρκας του αρνιού ,απογυμνωμένης απο την πέτσα, δυό, τρεις τέσσερις προσχηματικές σαλατες να μουσκεύει απο το λαδολέμονό τους η κοντινή ατμόσφαιρα. Οι μισοί καλεσμένοι έχουν φύγει και οι άλλοι μισοι τελειώνουν τον καφέ που οι γυναίκες του οικοδεσπότη φτιάχνουν σε κατσαρολάκι ,βαπορίσιον.
 
Η τηλεόραση παίζει αλλα δεν την βλέπει κανένας.
 
Οι χωρικοί ,παρεκτός και καποιος δείχνει το δικό τους χωριό, δεν έχουν καλες κουβέντες για τις εκπομπές «του βουνού και του λόγγου». Οι παρουσιαστες είναι ανέτοιμοι για να μιλήσουν απλά και θαρρετά στον κατοικο του χωριού, να φέρουν στον κάτοχο ολίγης γνώσης δώρο ένα βιβλίο, ένα εξτρέ απο μπλόγκ.
 
Ακούνε τις αφελείς ανακρίβειές του νομίζοντας πως συντελούν σε έναν αγροτισμό για τον οποίον έμαθαν πως είναι κάτι καλό, μόνον που ο Σταμπολίνσκι και ο Μπαλτατζής συγχωρέθηκαν και αντ΄αυτών υπήρχε ένας Χατζηγάκης.
 
Κάποιο καλό κορίτσι δίνει το σύνθημα να καθαριστεί το κεντρικό τραπέζι, να αλλαχτεί τραπεζομάντιλο, να βγούνε στο χάρτινο δισκάκι του ζαχαροπλαστείου τα γλυκά, προφιτερόλ και σοροπιαστά, αφρικάνες και μπεζέδες, και να περαστεί με μιά ψαθόσκουπα το πάτωμα της αυλής, το πλακοστρωμένο ή αφημένο στις χαρακιές του γκρο μπετόν.
 
Και δύο στην αρχή, τέσσερα και έξι αργότερα, άτομα απο το πολύβουο τραπέζι θα κλειστούν στον κόσμο τους.
 
Τα εφηβάκια θα βρουν το καμαράκι με τα εργαλεία ανοιχτό, το αγόρι θα κλείσει με το σώμα του την πόρτα και θα αναζητήσει τα χείλη της αγάπης του,και αμφότεροι θα γλυκάνουν ο ένας τον λαιμό του άλλου με χαδάκια.
 
Το άλλο κρυφό ζευγάρι, παντρεμένοι και οι δυό, αγίνωτοι από παιδικόν ανεπίδοτο έρωτα, θα κρυφτούν από τα παιδάκια τους και θα χαμογελούν δακρυσμένοι και αγκαλιασμένοι, ψιθυρίζοντας παράλογα.
 
Και το ζευγάρι των πιό ηλικιωμένων θα ταραχτεί που γέροντας οικοδεσπότης ,μετά το κρασάκι ,θα ορεχθεί να αγγίξει την κυρά του που έχει φορτωθεί λατρα, και πιάτα και να βγάζει τα ξύγκια με το χτένι.
 
Είναι η μόνη ένωση που δεν θα ευτυχήσει, καθώς η κυρά θα διαμαρτυρηθεί έντονα που ο λεγάμενος επιμένει να είναι ζωντανός με τους μισούς του φίλους να έχουν πιάσει τις καλύτερες θέσεις στο νεκροταφείο.
 
Σήμερα είναι Πάσχα Αγάπης. Σήμερα είναι ανοιξη. Και τα πάθη του Όσιρι, οι αρχαίες ψευδομαντείες και οι ιερείς που σατιρίζει ο Αριστοφάνης συγκρούονται με τα πάθη  της ακολουθίας του Σπανού, με τον Πωρικολόγο, με τον έφηβο πατριάρχη στη πόλη, τον αδελφό του αυτοκράτορα που το έπαιζε αλογομούρης και κορόιδευε τον χορό των μητροπολιτών.
 
Διαλύεται η μέρα.
 
Αύριο θα φάμε τα ιερά αποφάγια, θα βρίσουμε τους υπευθύνους της κρίσης,θα παθιαστουμε με τα πολιτικά, κρατώντας ένα μυαλό μπερδεμένο σαν μεσηνέζα που βραχώθηκε σε κρυφό πάγκο μέσα σε φυκιάδα.
 
Ενα χωριό, απομεσήμερο Πασχαλιας.
 
Σαν τις Δευτέρες που παίζουν μπάλα σε  γήπεδο με γρασίδι και οι φίλαθλοι βλέπουν πάνω απο τις καρότσες των αγροτικών, ενώ  ο ήλιος του απογεύματος  χτυπάει έντονα τις στολές, σαν να έρχονται από φανταχτερή γιόστρα.
 
Και στις αυλές που έζησα τις Πασχαλιες αυτές, Τρίπολη στου Μαηθανασάκη και Ισθμό  και Κέρκυρα και Πλύτρα και οροπέδιο με τις φτερωτές στην Κρήτη και Λεμεσό, σε αυλη με λεϊμονιές και Μακεδονία σε σαράντα μέρη και σε γύφτικα νάιλον προχώλ αδειάζοντας τα ούζα του εμπορίου και στη Λέσβο και σε τόσα άλλα μέρη,ήταν η αγωγή του χωριού που έκανε ανεκτή την αποξένωση, την φιλοξενία και τον ταραγμένο υπνάκο πάνω στην ψάθινη καρέκλα δίπλα στην φλυαρία του πολιτευτή και στην αγωνία του νέου ποιητή που ήθελε να μάθει γιατί δεν έχουμε πιά ρίμες και γιατί θεωρώ τον Καταμητάκογλου που βγαίνει στο γυαλί, τον απόλυτο οργανικό μαλάκα.