• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η ζωή στα χωριά 16/30
Πάνος Θεοδωρίδης | 16.04.2014 | 18:30
Στο Ιρκούτσκη του 1916, πριν την επανάσταση ο παππούς μου Μαξίμ Φιοντόροβιτς ,καθήμενος με υπογένειο,η γυναίκα του Αφέντρα Ευσταθιάδου , τα δύο αδέλφια της και τα δυο τους παιδιά, ο Φέντιας και ο Πέτιας, πατέρας μου και θείος μου, με τα παιχνιδάκια τους.
 
Είναι τα παιδιά του φούρναρη που δίνει στην οικογένεια του αστική αγωγή.
 
Πηγαίνουν στον κινηματογράφο και στο  ποδηλατοδρόμιο, έχουν έλκηθρο για να γλυστρούν επι εννέα μήνες στην παγωμένη Βαϊκαλη, όπου φτυαρίζουν τα παγωμένα αυγά,ζούνε σε ένα ξύλινο σπίτι σπειροειδές, όπου ξενυχτούν πάνω σε μια χτιστή σόμπα και στο δημοτικό τους μαθαίνουν άλγεβρα και μουσικά όργανα, μπαλαλάικα και βιολί.
 
Ο πατέρας μου έχει ήδη ένα κίτρινο σειρίτι ένδειξη ότι είναι κατάλληλος για πολυτεχνική εκπαίδευση και παίζει με το μαύρο μεκανό του.
 
Πριν δέκα χρόνια ήταν χωριάτες της Χάρσερας και της Διάκονας σε μια κοιλάδα του Χαρσιώτη, του ποταμού των Μυρίων. Έτρωγαν μετρημένα ,ο πάτερ φαμίλιας ήταν μουσικός, μυλωνάς με δικό του χαμελέτα και επίτροπος στον ναό της Χάρσερας.
 
Πεινούσαν και όταν άνοιξε  ο υπερσιβηρικός,έφτασαν στην πόλη που είχε ήδη άλλους διακόσιους Ποντίους.
 
Ο εμφύλιος ξέσπασε, αργότερα ο τύφος και πήρε τον παππού μου τον Παναγιώτη. Η Αφέντρα κατέβηκε Βλαδικαυκάς, της έδωσε η οικογένεια των Μακριδαίων ένα σπιτάκι και δοκίμασαν πάλι να δουλέψουν φούρνο. Ώσπου το 1925, από τους τελευταίους, κατέβηκαν στη Σαλονίκη για να μη γενεί ο παπάκος μου μπολσεβίκος του Πολυτεχνείου.
 
Έμειναν στα τελευταία του στρατοπέδου στο Χαρμάνκιοι, ντανιάζοντας τούβλα για τον Φιλίππου. Τους έδωσαν γη στο Αρσακλή και δεν την πήραν.
Προτίμησαν την Αγροσυκιά, τότε Γκούρμπετς, βουλγαροχώρι όπου ήταν κι άλλοι Διακονέτες και Χαρσερέτες και από το Ομάλ, με εικόνες από τον Άγιο Γεώργιο του Χαλιναρά.
 
Τα πρώτα χρόνια της οικογένειας ήταν μαρτυρικά και ο,τι έσπερναν και θέριζαν το πήγαιναν επί χρόνια στους προύχοντες που είχαν από το Ομάλ, την Χάρσεραν και την Διάκονα.
 
Ώσπου ήρθε ένα συνεργείο διανομής γης όπου δούλεψε κι ο πατέρας μου βοηθός και τους έδωσε κλήρους. Κάθε οικογένεια δυο στρέμματα οικόπεδο, παρανόμως μισό στρέμμα στο ποτάμι και κάπου 40-05 στρέμματα χωράφια.
 
Η φτώχεια ήταν μεγάλη.
 
 Η οικογένειά μου, τρία αδέλφια υπό την άγρυπνη κατοχή της γιαγιάς μου της Αφέντρας, ήταν από τις προνομιούχες στο μεσοπολεμικό χωριό.
 
Οι ανταλλαξιμοι κατοικοί του συνυπήρξαν επί ένα έτος σε κοινούς σταβλους και μονόχωρα, και σε τεταμένη ατμόσφαιρα, ώσπου γέμισαν ένα κάρο και έφυγαν για Μπιλγαρία με τα βόδια.
 
Έλεγαν θα ξανάρθουμε.Αφησαν μια μαύρη σανίδα με λεπτά λευκά στολιδια ανθοειδή διακοσμητικά και κόκκινα σέπαλα.Την έβλεπα να σέρνεται στην αυλή έως το 1980.
 
Η κλήρα του θείουμου του Γιάννη ήταν απέναντι στην κοινότητα και στο βάθος το σχολείο με την αυλη και το άλσος του. Εκεί πίσω ήταν και το κονάκι του μπέη που κατείχε το χωριό,που δεν το πρόλαβα, το μόνο με δύο ορόφους.
 
Είναι η ιστορία χωρικών που έζησαν σε πόλη και ξανάγιναν χωρικοί και δεν επέστρεψαν όλοι σε πόλη. Είναι η ιστορία της Ελλάδας που μετακινήθηκε, των ανθρώπων που περιδινήθηκαν στην Ιστορία και στη μικροϊστορία.
 
Ο ερευνητής δεν πιάνει τι τραβήξανε και οι μόνοι χώριατοι που πέρασαν μπέικα ήταν οι πρόεδροι των συλλογών τους.
Αυτοί ,που αν έρθει από την άλλη πλευρά της Λευκής θάλασσας η πρόσκληση «γυρίστε την πατρίδα σας ελεύθερα», θα αρνηθούν την πρόσκληση, διότι ζουν από τον φόβο, τον τρόπο, τα φούμαρα και την στυγνή, εμποδισμένη ζωή αυτών που περιφέρουν ως Τραντέλληνες να χορεύουν τους δήθεν πυρρίχιους και να τσακωνονται μεταξύ τους. Αυτή είναι μιά πτυχή που δεν επιθυμω να ξαναθυμηθώ εξόν αν χρειαστεί να μαλώσω με κάποιον Σωτήρα...