• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Courage
Πάνος Θεοδωρίδης | 06.09.2016 | 00:59
Αυτήν την ώρα, μεσάνυχτα και κάτι, πλην 6 Σεπτεμβρίου του 1978, αποχαιρέτησα τον Καλοκύρη, γωνία Τσιμισκή και Χρυσοστόμου Σμύρνης και τράβηξα για Αγγλία. Με το κατρέλ «Αριστείδης» τίγκα στις βαλίτσες, στα χαρτιά και στα βιβλία,μετά βίας χωρούσα να οδηγήσω.
 
Είχα διαλύσει το διαμέρισμα της Κούσκουρα, την γκαρσονιέρα στην Προξένου Κορομηλά, άφησα το γραφείο της Αγγελάκη, κουβάλησα ό,τι νοικοκυριό υπήρχε στην Αγροσυκιά, και πήγαινα στο Γιορκ, για να σπουδάσω.
 
Είχα χωρίσει από κάθε σχέση, κι από κάθε δεσμό.Για οδηγό είχα έναν οδηγό της Ευρώπης, πράγματι χρήσιμο, από τον Μόλχο και ένα σπαστό χάρτη του Λονδίνου, δεν θα το πιστέψετε, του 1938.
 
Πέρασα από τους Ευζώνους στη μία, και λογάριαζα να δω το Βελιγράδι στις οκτώ το πρωί. Μόνο που μετά την Νις, μια κοτρώνα από μια νταλίκα μου θρυμμάτισε το  παρμπρίζ. Ρώτησα ένα βενζινά και μου έγραψε σε ένα κίτρινο χαρτάκι Pancevo. Εκεί ήταν η πηγή των παρμπριζ της φίλης χώρας. Ή κάνουμε αυτοδιαχείριση, ή τον παίζουμε.
 
Βρήκα τον μαχαλά, και έπεσα σε μια μανιφατούρα που είχε κάθε τύπου γυαλικό για οχήματα. Ο μάστορας μου το πέρασε γρήγορα και φτηνά. Στο δρόμο για Ζάγκρεμπ, ομάδες φοιτητών με φλάμπουρα που έδειχναν την σχολή τους, κουβάλαγαν σύντριμμα και το σώριαζαν μπροστά απο οδοστρωτήρες.
 
Κανονικά, έπρεπε να βγώ Μάριμπορ και μέσω Μονάχου να φτάσω Οστάνδη,χωρίς διόδια, αλλά ήθελα να περάσω τις Άλπεις και να καταλήξω για λίγο στο Παρίσι. Κι έτσι βγήκα Λιουμπλιάνα, και μπήκα Ιταλία. Λαγοκοιμήθηκα σε ένα πάρκινγκ έξω από την Πάδοβα, υπό καταιγίδα. Στο κασετόφωνο άκουγα δέκα κασέτες που μου χάρισε η Εκείνη,πριν χωρίσουμε.
 
Αξημέρωτα, πριν το Μιλάνο έπεσα σε μια πινακίδα που οδηγούσε σε ένα Πουστερλέγκιο. Γελούσα σαν τον χάχα , καταμόναχος, ώσπου να μπω στην ανηφόρα της Αόστης.Πέρασα το μεγάλο τούνελ, βγήκα Ανεσί, είδα ένα εργοστάσιο της Ζιλέτ και ηύθυνα τον «Αριστείδη» στη Ντιζόν και μετά στον περιφερίκ των Παρισίων.
 
Εκεί, συνάντησα τον Νίκο Γαρέφη, με φιλοξένησαν στην Σιτέ το βράδι και το άλλο πρωί ανταλλάξαμε πληροφορίες για την τεράστια παρέα που προσφύγεψε. Έμαθα και πληροφόρησα ποιός  ήταν που, ποιοί χωρίσανε και με ποιές εκείνες τα φτιάξανε, πόσοι κατέβηκαν μόνιμα Αθήνα και τέτοια. Μετά τους σεισμούς του Ιουνίου,η πόλη έμοιαζε να έχει σαλέψει. Προσποιούμενος τον αδιάφορο, κατέγραψα πιστά κάθε νύξη και υπονοούμενο για Εκείνην, που ήλπιζα να συναντήσω αργότερα Λονδίνο.
 
Έφυγα αργούτσικα για Καλαί,πέρασα Αγγλία με βραδυνό καράβι και έφεξε όταν πάρκαρα να δω το Καντέρμπουρι, συγκινημένος. Για το μεσαιωνικό ρολόι κυρίως. Χασομέρησα αρκετά σε αυτές τις εξοχές.
 
Μετά, πρόσεξα ένα περίπτερο για τουριστικές πληροφορίες και ζήτησα ένα Β@Β για δυό βραδυές, oπουδήποτε στο βορειοδυτικό Λονδίνο με γραμμη του Tube να περνάει από τα μέρη που πρωτοπήγα. Ο υπάλληλος μου έδωσε ένα τηλέφωνο, μίλησα με τον νοικοκύρη που μου έδωσε οδηγίες. Ως εικός χάθηκα, όμως με στήριζε μια επίμονη, συχνά απαντημένη φωτεινή νέον επιγραφή που κραύγαζε Courage.
 
Γνωστός φαντασιόπληκτος, νόμιζα πως ήταν μέρος του βρεταννικού welfare για να δίνει θάρρος στους στρατοκόπους. Που να φανταστώ πως διαφήμιζε εργοστάσια μπίρας.
 
Ο νοικοκύρης με περίμενε δυό ώρες στα μαύρα σκοτάδια ευγενέστατος.Πέρασα μια μέρα μεταξύ Τσέλσι και Γιούστον, είδα το εξώφυλλο των Animals των Πινκ Φλόιντ με το γουρουνάκι και τις καμινάδες και την άλλη μέρα βρήκα μέσω Χάμστηντ τον M1.
 
Απείχα από το Γιορκ κανα τρίωρο οπότε στάθηκα κοντά στις νέες, περιφερειακές πόλεις σε έναν Σταθμό που είχε φαγητό και άλλα καλούδια, και τότε Την είδα.
 
Η  χώρα ήταν στην ακμή της Πανκιάς, αλλά Αυτή , κρατώντας τον σωματότυπο και το κεφάλι της Valentina του Crepax, ενδυματολογικώς και στυλιστικώς ήταν καθαρά new wave goddess.
 
Εφόρει καπελάκι πλακέ κυλινδρικό ρηχό, μαύρο με ασορτί τσαντάκι μικροσκοπικό, στύλ meter maid, φλατ μπαλαρίνες, δερμάτινο εφαρμοστό παντελόνι και αυστηρής γραμμής σακκάκι χωρις βάτες, κι αντί για μπλουζί ή πουκάμισο ένα σουτιέν. Έπινε σάιντερ και εκατέρωθεν δυό δερμάτινες χαχόλικες αποσκευές.
 
Κάθισα πανοπτικώς και τηνε κοίταξα με βλέμμα βαλκανί , γλυκύτητα κιουνεφέ οριεντάλ και αμηχανία κινήσεων, ωσάν ασθενής που ανένηψε μετά τριήμερο κώμα από ταμπλά.
 
Πήγαινε Έντιμπρα αλλά τσακώθηκε με τον βόηφρεδ και μήπως μπορούσα να την πάω τουλάχιστον έως το Γιορκ;
 
Έως την Θούλη και τα Όρκλανδς να σε πάω, παινεμένη μου, και αρπώ τις αποσκευές και βγαίνουμε στο πάρκινγκ.
 
Μαγεμένος εώ τηνε φτάνω έως τον «Αριστείδη» οπότε λύνεται στα γέλια. Γονάτισε απο το χάχανο, έτοιμη να κατουρηθεί. «Που ακριβώς να καθήσω;» με ρώτησε δακρυσμένη από την ιλαρότητα.
 
Τότε συνειδητοποίησα ότι ο «Αριστείδης» έκειτο ωσάν πύθωνας που είχε καταπιεί αγελάδα, φίσκα στο χαρτικό, στα βιβλία, στα αποφάγια και σε κάτι κρασιά του ενός φράγκου που είχα πάρει από τη Γαλλια.Χώρια οι βαλίτσες.
 
Της πρότεινα να πάρει το αμάξι και να πάει Έντιμπρα, κι εγώ να ακολουθούσα με οτοστόπ, αλλά αρνήθηκε «επειδή το τιμόνι δεν ήταν στην σωστή θέση».
 
Την ξαναγύρισα στα τραπεζάκι, κουβαλώντας, ως ευγενής,τις αποσκευές της, αλληλοευχηθήκαμε καλή τύχη και έφυγα.