• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Φιλία
Πάνος Θεοδωρίδης | 04.09.2016 | 00:48
Ο Έλβις και ο Μπρούχος ήταν φίλοι. Άσχετοι μεταξύ τους, ανόμοιοι και μη συμβατοί, ενώθηκαν ως γειτονόπουλα του μαχαλά, και αντάλλαξαν γενικότητες σε ξενύχτια, ουίσκι ο Έλβις, ουζάκια ο Μπρούχος. Ήταν έθος να συνωστίζονται οι αμήχανοι της ζωής γύρω από τον ματσωμένο Έλβις, που προτιμούσε να σαχλαμαρίζει στη γενέτειρα κωμόπολη, παρά να υποστεί βράδια με έντεχνο με φιλικά ζευγάρια στην πτωχομάνα.
 
Του Μπρούχου η διαλεκτική ήταν τραχιά, άμεση και γεμάτη εχτρούς που τον υπονομεύανε. Ό,τι καλύτερο για συμπότη, σε ημέρες που δεν εκυκλοφόρουν γκόμινες ή ήταν υπο διάλυση μερικές αγχώδεις αρπαχτές για πηδήματα, ιδίως στην καρδιά του χειμώνα, όταν οι πάντες χαρτόπαιζαν για να υφαρπάξουν τις επιδοτήσεις των αγροτών.
 
Κωμόπολη ξεκωμόπολη, μια γκαρσονιερίτσα υπό τον τίτλο της γαμηστρώνας, ήταν απαραίτητη. Γι αυτό και ο Έλβις, που δεν ευκαιρούσε για να ρυθμίζει τα της ζωής του και έλειπε συχνά ανά την υφήλιο, ανέθεσε στον Μπρούχο να βρει και να επιπλώσει έναν κουητό. Ο Μπρούχος, εισέπραξε το σχετικό κονδύλι κι έβαλε τα δυνατά του. Γυρνάει κάποια στιγμή ο Έλβις και πηγαίνει για επιθεώρηση. Πριν μπούνε στο ρημάδι, ο Μπρούχος του λέει με καμάρι «το διακόσμησα κι όλα».΄Οντως, πέρα απο ένα άχαρο σιδηροντίβανο με υγρά μαξιλάρια και φανταχτερά σεντόνια, είχε καρφώσει παντού, σε τοίχους και ταβάνι, εκατοντάδες κενές αυγοθήκες.Η γυμνή λάμπα και η τουαλέτα που έζεχνε, συμπλήρωναν την ερωτική φωλιά. «Σαν στούντιο ήχου το έκανες» σχολιάζει ο Έλβις. «Λεφτά σου περίσεψαν. Ζωντάνεψέ το λιγάκι»
 
Σε τρεις μέρες, νέα πρόσκληση. «Θα πάθεις την πλακάρα σου μαλάκα» παινεύεται ο Μπρούχος. «Έβαλα φυσικό ντεκόρ. Θα μπαίνει γκόμινα και θα χύνει». «Ελπίζω να σκέφτηκες να βάλεις κανα τασάκι» είπε ο Έλβις και πήγαν για αυτοψία.
 
Πάνω στις αυγοθήκες, στις πόρτες και στο παράθυρο, αμη και στο ταβάνι, ο Μπρούχος είχε καρφώσει κλαδιά απο συκιές. Παντού. Μεγάλα κλαδιά με πλήρη φύλλα, κι από τις πληγές των κλαδιών έτρεχε γαλατάκι, άσπρο και σαν εβαπορέ, σχετικά πηχτό. Ήταν βέβαιο ότι το δωμάτιο σε μιά εβδομάδα θα ήταν το πρώτο ενεργό κομπόστ της κωμόπολης, συγκεντρώνοντας κάθε έντομο που θα γλύτωνε από τα σπουργίτια. Ο Έλβις αποσβολωμένος, αρνήθηκε το κλειδί που του έτεινε ο Μπρούχος και του παραχώρησε την χρήση του πένθιμου κήπου.
 
Συνέχισαν να συναντιούνται φλυαρώντας επί εθνικών θεμάτων και άλλων, γελαστικών, πίνοντας τον άμπακο και φουμέρνοντας ακαταπαύστως. Απέκτησαν μεγάλη οικειότητα. Ο Μπρούχος αναλάμβανε προθύμως διάφορες αποστολές και θελήματα για τον φίλο του. Ο κουητός δεν βοήθησε και παρέμενε χαρμάνης. Ώσπου κουρτάλησε την καρδούλα του ο έρωτας. Ήταν μια συσταζούμενη γλυκειά τσαχπίνα και ερωτική, με λακκάκια και γαλλική μυτούλα, που ντύνονταν στην Τσιμισκή της πτωχομάνας και δεν κοίταξε στον βίο της ένστολο παρακάτω από ταγματάρχη. Ας τηνε βαφτίσω Τσίκα. Η μόνη περίπτωση να ρίξει ένα βλέμμα στον Μπρούχο και μάλιστα με σηκωμένο το ένα φρύδι, θα ήταν να τον έβλεπε ξεκοιλιασμένο απο  μαχαίρωμα μεταμεσονύκτιο να μαζεύει τα άντερά του, αλλά η ζωή τα φέρνει αλλοιώς.
 
Πάνω στα θεωρητικά του έρωτος, ανάγκη υπήρξε να πεταχτεί ο Ελβις στην άλλην άκρη του κάμπου, όπου στα εργοστάσια θα ήρχονταν γιαπωνέζοι να ελέγξουν την γραμμή παραγωγής, ανήμερα που έπρεπε να τρέχει σε τράπεζες και τελωνεία, καταθέτοντας, τελευταία προθεσμία, πολλά χρήματα, καμια δύο εκατομμύρες. Φώναξε τον Μπρούχο, του έδωκε τα λεφτά και οδηγίες, και του επεσήμανε πως την άλλη μέρα τον περίμενε με τα έγγραφα.
 
Πέρασαν ώρες και μέρες και Μπρούχος πουθενά. Ο Έλβις μάνιασε και είπε στην ποθητή μορόζα του «αυτός κάτι μαγείρεψε και χάθηκε από τη γειτονιά. Πάμε να τον βρούμε να του γαμήσω το ταμ τιριρί»
«Και που ξέρεις που είναι;» απορεί η γυναίκα. «Στους Λιάγκραβους θα μπεκροπίνει, ή στο πατσαζίδικο» της απαντά.
 
Πηγαίνουν και ήταν εκεί. Ο Έλβις είχε τέτοιο ύφος, ώστε ο Μπρούχος τα ξέρασε όλα. Ξεκινώντας για τις τράπεζες, τράκαρε στον δρόμο τηνΤσίκα. «Καταλαβαίνεις, Έλβις, έτσι που με περιφρονούσε πως έπρεπε να την μαγέψω. Της μοστράρω τα λεφτά ,της τα βάζω στο χέρι και της λέω κάντα ό,τι θέλεις, μάτια μου, και όποτε βολευτείς μου τα γυρνάς. Κι αυτή τα πήρε και έγινε μπουχός»
 
«Μπες στο αμάξι!» του είπε ψυχρά ο Έλβις. «Πάμε να τη βρούμε!» «Μα είναι μεσάνυχτα!» τόλμησε η ποθητή μορόζα. «Ξέρω που είναι» της απαντά. Μπαίνουν οι τρεις στην κουρσάρα και χάνονται στα τσεχνέμια, προς τον Όλυμπο. Ο Έλβις μπορεί να μη είχε τότε GPS, αλλά είχε φτιάξει όλα τα μαγαζά, τα κωλάδικα, τα ορθάδικα και τα σκυλάδικα, είχε δαρθεί με παρέες και συχνά τα χέρια του ήταν κομμάτια από τις άτσαλες γροθιές που μοίραζε. Τα σκανάριζε συστηματικά, ανεπιτυχώς. Όταν ο έναστρος ουρανός φανέρωσε την καμπουρωτή ράχη της Ζελιάνας, είδανε την σακατεμένη φωτεινή επιγραφή του τελευταίου στόχου, ενώ ο Μπρούχος σκούπιζε τα δάκρυα συγγνώμης με το μανίκι, καθώς είχαν τελειώσει όλα τα χαρτομάντιλα στο αμάξι.
 
Η Τσίκα ήταν με τη μάνα της, σινιαρισμένες πρώτο τραπέζι και λουλούδιαζαν τον τραγουδιστή πετώντας του και χαρτούρα. Η παρέα των τριών κάθησε μαζί τους κι αυτές παγώσανε. «Δώσε τα λεφτά!» είπε ο Έλβις. Σε κάθε «μα» και «μου», ο Έλβις,όλο και πιό ξερά έλεγε «δώσε τα λεφτά». Στο τέλος η Τσίκα του λέει «αλλά ξοδέψαμε καμια διακοσάρα στο μαγαζί». «Στ΄αρχίδια μου» λέει ο Έλβις. «Κράτα και πέντε χιλιάρικα για βενζίνη». Του τα δίνει. Ξαναμπαίνουν στο αμάξι και φεύγουν.
 
Στην επιστροφή, ο Μπρούχος αναλύθηκε σε συγγνώμες και αγωνίζονταν να πάρει από τον Έλβις μια διαβεβαίωση πως δεν θα χαλούσε τη φιλία τους, η καψούρα του. Αλλά η Καζαμπλάνκα ήταν μακριά, ο Αλμοδοβάρ δεν ήταν ακόμη στη μόδα, ο Έλβις έμενε σιωπηλός κυρίως διότι, όπως μου ομολογησε χρόνια αργότερα, δεν έβρισκε αντίστοιχη εμπειρία απο τα έργα που είχε δει σε σινεμάδες και βιντεοκασέτες ,ώστε να ταξινομήσει την νυχτερινή αυτή εμπειρία μέσα στα φύλλα της καρδιάς.
 
Η φιλία πάντως, δε χάλασε.
Δείτε επίσης:
80fefbb7b59c835e4251960801b84a6e.jpg