• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Τα κυνήγια
Η ζωή στα χωριά 14/30
Πάνος Θεοδωρίδης | 14.04.2014 | 18:00
Είτε σου δείχνει ο Δάμος πως αρμέγει, είτε κρατάς το νέο στέλεχος για να βγάλει η αχλαδιά σου κυδώνι όταν ο Ιάκωβος καθαρίζει μια πλυμένη πληγή πάνω από ένα μάτι του επιλεγμένου κλαδιού, δε παίζει ρόλο ως βουργέσιος τι μαθαίνεις, αλλά με ποιες εικόνες γίνονται αυτά μέρος της ζωής σου.
 
Όσα χρόνια και να μείνεις σε χωριό θα είσαι τουρίστας και όλο «ουάου».
 
Όταν όμως το χωριό  οι απέξω το θεωρούν δικό σου, μπορείς να λείψεις και πενήντα χρόνια και θα κρατήσεις όλα τα εσωτερικά σου δίκαια. «Χωριό σου» σημαίνει να έχεις στο νεκροταφείο του κεκοιμημένους συγγενείς πρώτου βαθμού.
 

Το καλύτερο που έχεις να κάνεις σε ένα χωριό με τους συγχωριανούς σου, είναι να γίνεις ο κυνηγός και ακόλουθός τους.
 
Και δεν πειράζει που θα περάσουν ίσως και πέντε χρόνια που δεν θα ξεστομίσεις καμιά από τις λέξεις παρανάγνωση, Σεφέρης ,Καβάφης, παραλέκατο, σε τελευταία ανάλυση, Μυστράς και Μπερίβοης.
 
Θα είσαι ακόλουθος, στο νυχτέρι, στο μνημόσυνο, στην πολιτική συζήτηση, και κυρίως κυνηγός, μαζί τους.
 
Στα σαλιγκάρια.
 
Στη βιδωτή τριανταμία.
 
Στην γιορτή των Τριών Ιεραρχών.
 
Στα μανιτάρια.
 
Στο μάζεμα κόμμεως απο τις ροδακινιές για κατασκευή ελαφριάς κόλλας.
 
Εσύ θα βγάζεις φωτογραφίες, θα βοηθάς σε καμιά αίτηση ή υπόμνημα, θα φέρνεις κανέναν γνωστό για να τον γνωρίσουν, θα μιλάς για το χωριό σου με τον νομάρχη, θα προτείνεις πράγματα υπέρ του χωριού και μια φορά στην δεκαετία, ένα από τα εκατό που προτείνεις, μπορεί να συμβεί.
 
Ο κάτοικος της πόλης που έχει ζήσει ατμόσφαιρες και ηδονικά μπαχαρικά , βγαίνοντας να κυνηγήσει μανιτάρια ή σαλιγκάρια, γίνεται μέλος μιας αφοσιωμένης και έμπειρης ομάδας Πατσινακιτών ή Δίων Θρακών, που ξέφυγαν από την φαντασία ενός αποτρόπαιου στικτού Οδρύση.
 
Με δυο ντάτσουν στα κανάλια που εμποδίζουν τους χειμάρους του Πάικου να πλημμυρίζουν τις υδαρείς λούστριες του Βαρδάρη, η ομάδα κατεβαίνει με μόνο όπλο το φεγγάρι.
 
Ο καιρός για τα σαλιγκάρια πρέπει να είναι ζεστός και μαλακός και ύφυγρος. Αν βρέχει καρέκλες, ακόμη καλυτερα.
 
Τα σαλιγκάρια με την μυρωδιά του βρεμένου χώματος ξεχνούν την σφράγισή τους, πεινάνε και  γλυστρούν προς τα μόνα φρέσκα χορταρούδια που πρόλαβαν να ακμάσουν,πολύφυλλα και παχύτατα αυλούκια.
 
Η ομάδα με τ' αριστερό κρατά σακούλα πλαστική και έναν φακό.Ακούγεται το πρώτο πλοφ, το πρώτο τρίχρονο σαλιγκάρι που πέφτει στη σακούλα.
 
Κι΄έπειτα, καθώς η βροχή χτυπά αλύπητα το πρόσωπο, οι ξερές βαμβακιές, τα σπασμένα από πατήματα ζώων  γαιδουράγκαθα, αποκτούν πληθυσμό, τα σαλιγκάρια προχωρούν προς τα κανάλια , όπου η βλάστηση είναι χαμηλή και πέφτουν στα σακούλα πέντε πέντε, δέκα δέκα, αντεραστές που υποτακτικά ξεπερνούν την φαινομηρίδα τους και κατευθύνονται στην καλλίπυγη καμπυλότητα που επιτρέπει η σελήνη να διαγράφεται.
 
Η φύση γίνεται γυναίκα, και μητέρα θεά, πολύστηθη και Μύλιττα και μετά, άλλα φώτα από άλλα αγροτικά, η κίνηση σπάει, έρχονται κι άλλοι κυνηγοί, και φεύγουμε.
 
Δεκαπέντε χιλιόμετρα και τόνους λάσπης επι μισή ώρα, άλλα σαλιγκάρια στο Φούρνο, στα χείλη της παλιάς λίμνης,στο Τσέκρι. 
 
Ενώ μόλις ο καιρός στεγνώσει και την ώρα που ετοιμάζονται οι ισημερίες και ηλιοστάσια να παίξουν τον εμφύλιό τους, βγαίνουμε, μέρα Κυριακή ,να κυνηγήσουμε μανιτάρια και επίτηδες δεν λέω να συλλεξουμε.
 
 
Το μανιτάρι δεν παραδίδεται εύκολα.
 
Κρατάει τύπους και χαρτιά κλειστά, μπορεί να σε σκοτώσει αν το μαζέψεις μια μέρα μετά από την σωστή, ή νομίζεις πως είσαι αλογάκι της Παναγίας η Μάντις και κυνηγάς τα κόκκινα και τα γκρενά.
 
Αλλά είτε απλωμένα σε ρίζες σκιερές του δάσους, είτε σε κουφωμένους κορμους και σάπια άχερα, γυρνάς και βάζεις κάρβουνα και πλαταγίζεις τη γλώσσα για αλκοόλ.
Θα τελειώσω τα κυνήγια με τα μεγάλα γριβάδια. Το βάπτισμα στο θολό νερό, τα χέρια αναζητούν την λασπερή θωράκιση του εξηντάποντου ψαριού, ένα χάδι πάνω στη σπίνα του και άγγιγμα στα σβάραχνά του, απότομο χώσιμο της χούφτας καμπυλωμένης κάτω από τα μάγουλά του και τίναγμά του έξω,στα βράχια και στη λερή άμμο.
 
 
Βλέπετε δεν ήμουν ποτέ κυνηγός.
 
Ο,τι σκότωσα είναι βάρος στην καρδιά μου. Με πιό μαύρη στιγμή που είδα μια μέρα τον Χάμπον χωρίς το σκυλί του που πήγαιναν χρόνια μαζί στο κυνήγι και το λέγαμε Παχατουρίδην.
 
Τον ρωτάω πως κι είναι στο δρόμο χωρις το σκυλί και μου λέει «άρχισε να φοβάται τα μπαμ και μπουμ και το τουφέκισα»
 
Γύρισα σε ένα γείτονα αποσβολωμένος και εκείνος συμφώνησε με τον Χάμπον. Σκυλί που φοβάται το σκοτώνεις, μου επιβεβαιωνει.
 
Ηθελα να ρωτήσω πόσες φορές φοβήθηκε το μέσα τους, πόσες φορές έκαναν λαθη που δεν τα πλήρωσαν, αλλά ήμουν ένοχος διότι κυνήγησα μανιτάρια, και έχει σημασία η διάθεση, όχι το αποτέλεσμα.
 
 
Απο το τυφλό σπίτι απέναντι που έμενε παράδοξα σκοτεινό, άρχισε να δραπετεύει μια μεσοπολεμική εικόνα.
 
Προσφυγικη οικογένεια ξοδεύει το πρωινό της αναζητώντας φαγητό α;πο τα χθαμαλά και τα  υγρά της κοιλαδας και μετά το φαγητό, σηκωνεται με τσιρίδες και χορεύουν , ώσπου αφρίζοντας πέφτουν καταγής δηλητηριασμένοι .
 
Γλυτωσαν οι μισοί και το γράφω προς ενθύμησιν