• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Αντί παγόδα, έβαλα τον Abe Vigoda διότι ριμάρει καλά.
H Παγόδα
Πάνος Θεοδωρίδης | 31.07.2016 | 23:40
Πριν εμφανιστούν τα κινητά (όμως τα σιντάκια θριάμβευαν)  ξαναγύρισα στο χωριό, μετά απο ένα τετραετές γαϊτανάκι σε χώρες, επαγγέλματα και εμπειρίες, ηττημένος, αλλά προληπτικός.
 
Η γειτονιά δεν είχε αλλάξει, εκτός απο το σπίτι του γείτονα που πήρε φωτιά και έχασκε ωσάν κατοχικό ερείπιο.
 
Μία των ημερών, μου χτύπησε την πόρτα, κρατώντας μια καρτποστάλ.
 
«Πανούλτσο, έχεις καιρό;»
 
Μόνον καιρό είχα. Όλα τα άλλα γιάγμα.Με πήγε στο οικόπεδό του.
 
«Γιώτη, εσύ δεν έκανες το σχέδιο στο σπίτι του Γιαννίκα;»
 
Εγώ. Ήταν πριν είκοσι χρόνια, φοιτητής, του είχα κάνει και σκεπαστή βεράντα, απλό, το πρώτο μου σχέδιο που πραγματοποιήθηκε.
 
«Παναγιώτη, θέλω να μου χτίσεις κάτι εδώ»
 
Σκέφτηκα πως ήθελε να αναστήσω το καμμένο.Αλλά από τις πολλές προλήψεις είχα χάσει προσωρινά την ιδιότητα του ξύπνιου.
 
Μου έτεινε την καρποστάλ.
 
«Αυτό, Πανίκα, αυτό. Θέλω να μου φτιάξεις μια παγόδα»
 
Κοίταξα την κάρτα. Μουλιασμένη απο δάκρυα. Ο γιός του ήταν μια περίοδο στα καράβια και αλληλογραφούσαν.
 
Η κάρτα έδειχνε μια παγόδα με κερασιές ολόγυρα. Γιαπωνέζικη.
 
Απόμεινα ξερός, κόγκολος, αποσβολωμένος.Από τους πέντε λόφους, απέναντι, ρεύματα σουρεαλισμού ξεχύνονταν απο τις καμπύλες τους.
 
Δεν θα έπληττα ποτέ σε αυτήν την ζωή.
 
Ο κόσμος των Ιδεών, στον οποίο ήμουν ταγμένος και αφοσιωμένος, δεν θα με εγκατέλειπε ποτέ.
 
Τη γλυτώνεις από τον Ράσκιν, πέφτεις στον Τριστάν Τζαρά. Αφήνεις τον Ουίλιαμ Μόρις, σε καπακώνει του γλιτωμού το χάζι.
 
«Επταόροφη τη θέλω. Να μοιάζει με αυτήν. Να είναι το ψηλότερο κτίσμα του χωριού»
 
Δε μιλούσα.
 
«Και να μου βγεί φτηνά. Σιδηροκατασκευή. Και έξι-εφτά στέγαστρα απο πλαστική λαμαρίνα. Διαφανή. Να τα δέσουμε με στριφώνια, όπως το ελλενίτ»
 
Ήξερα από στούπες, από μασταμπάδες, από καμπαναριά και μιναρέδες. Απο παγόδες, ένα μπερδεμένο κουβάρι οριενταλισμού.
 
Κινέζες, γιαπωνέζες, μογγολίτσες, τουρκαλίτσες, τσιν-τσον λέει η κινέζα, μαντάμ Μπατερφλάι, Μικάδο, θωρηκτό Γιαμάτο, τόρα τόρα τόρα.
 
Επίσης Χαρακίρι και Ρονίν.
 
Τον βάζω στο πυρπολημένο σπίτι, κάθομαι στον λερό πάγκο της κάποτε κουζίνας.
 
 
«Μη το κάνεις» του λέω. «Μεγάλη γρουσουζιά»
 
«Γιατι το λές αυτό Παναγιωτάκη;» ανησυχεί.
 
«Πέρισυ κατεβήκαμε με την εταιρεία που δούλευα στον Πειραιά. Σε μια εμπορική έκθεση.
 
Εστησα το περίπτερο. Πουλάγαμε δορυφορικά.
 
Βρήκα κάτι ωραία κίτρινα πλέγματα, δικτύωμα μαύρη λεπτή σκαλωσιά, σοφίστηκα να σκεπάσω το περίπτερο με έναν δορυφόρο  και κάτω βάλαμε τα πιάτα, τα ελενμπή, τα μηχανήματα, κι επάνω φώτισα με ψείρες, όλο γαλάζιο χρώμα.
 
Όλοι ευχαριστημένοι, περιμέναμε κόσμο, το φωτογράφιζαν οι ζηλιάρηδες των άλλων περιπτέρων και τότε έγινε το σώσε»
 
«Τι έγινε, Πανηότ;»
 
«Το κτίριο της Έκθεσης ήταν δίπλα στη θάλασσα. Και την ώρα των εγκαινίων, έρχεται ένα καράβι γεμάτο επιβάτες, στουκάρει στον μόλο, μπάζει νερά και αρχίζει να κάθεται.
 
Πλάκωσε κόσμος και λιμενικό, έβγαζαν τον κόσμο,φωνές, τσιρίδες, φασαρία.
 
Μεγάλη κακοσημαδιά. Τζίφος η έκθεση.
 
Και ξέρεις γιατί; Οι Πειραιώτες αυτό το μακρυνάρι το λέγανε Παγόδα!
 
Μεγάλη προσβολή για την Ανατολή. Κι αυτοί ματιάζουν.
 
Γιόγκιδες, κουνγκ φου, χαρακίρια. Όποτε τους καυλώσει ξαμολαν κακά πνεύματα.
 
Και το σπίτι σου κάηκε επειδή την είχες σκεφτεί την Παγόδα.
 
Καλύτερα να επεκτείνεις το φυτώριο εδώ, έχεις χώρο.»
 
Κοίταξε με πόνο την κάρτα, πήρε τα σκυλιά του και έφυγε αμίλητος.