• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η των ονομάτων επίσκεψις
Πάνος Θεοδωρίδης | 31.07.2016 | 00:11
Τον πατέρα μου τον Φέντια, δεν τον θυμάμαι ποτέ να τρόμαξε.
 
Εντάξει,  απέτυχε άπαξ να σφάξει έναν κόκκορα που μας τον ήφεραν πεσκέσι και βγήκε βραδυάτικα στο ταρατσάκι του Σαρμπάνη να τον εκτελέσει με ένα τραπεζομάχαιρο, αλλά γύρισε χλομός και δήλωσε στην Βαγγελιώ του «δε μπορώ, Λίτσα, άσε, θα βρω έναν κοτά αύριο» οπότε φιλοξενήσαμε το λαχτόρι μια δυό μέρες στο αποθηκάκι, ώσπου να βρεθεί εύκαιρος δήμιος.
 
Ωστόσο, μια φορά τον χρόνο, έμοιαζε ανήσυχος και δεν ήταν για τα συνδικαλιστικά των δασκάλων η για κάποια οικονομική στενότητα. Συνέβαινε πάντα Μεγάλη Εβδομάδα, ώσπου κάποια στιγμή τον ρωτήσαμε τι συνέβαινε.
 
Η απάντησή του, ήταν ,ως έθος, επηρεασμένη απο το βάθος της Ρώσικης ψυχής, για την οποία έτρεφε έρωτα απερινόητο.
 
Το 1916, στο Ιρκούτσκη, αρρώστησε απο τύφο. Στην κορύφωση του πυρετού του, είδε όνειρο πως στάθηκε μπροστά του μια τεράστια κυρά, ακμαία και μαυροντυμένη, που του κούνησε το δάχτυλο και του είπε, αγνοώ εαν στα ποντιακά ή στα ρώσικα: «εσύ θα πεθάνεις Μεγάλη Παρασκευή».
 
Έκτοτε το κομπόδεσε. Ίσως συνήργησε και το ότι έχασε τον δικό του πατέρα, έξι χρόνια αργότερα, από τύφο επίσης.
 
Τον παρηγορούσαμε και του λέγαμε πως όνειρα είναι και χάνονται, αλλά κάθε Μεγάλο Σάββατο, πετούσε από τη χαρά του.
 
Το Πάσχα του 1979, έμαθα ενώ σπούδαζα στην Αγγλία ότι είχε περάσει μεγάλη λαχτάρα και πλήθος αρρώστειες, αλλά τους όρκισε να μη το μάθω, μη και γυρίσω και χάσω το εκπαιδευτικόν τεφαρίκι, ώσπου μου το πρόλαβαν άλλοι.
 
Ακόμη και σημειώματα τον έβαζαν να μου γράφει από το νοσοκομείο, πως ελπίζει να είμαι καλά και σκοπεύει να έρθει να με δει στην Αγγλία.
 
Του έγραψα ευθύς  να μη φοβάται τη Μεγάλη Παρασκευή, αφού πέρασε , για να τον εγκαρδιώσω.Κατέβηκα και δυό φορές με τσάρτερ, Μάιο και Ιούνιο να τον δώ, οπότε κατάλαβα πως θα τον χάναμε γρήγορα.
 
Συντόμευσα την παραμονή μου, τέλειωσα τσάτρα πάτρα την διπλωματική, και ξεκίνησα να τον προλάβω.
 
Την ημέρα της κηδείας του, έμπαινα Ελλάδα.
 
Η μάνα μου κι ο αδελφός μου, μπροστά στο χώμα της ταφής του, μου είπαν ότι με περίμενε υπομονετικά, πλην ανήμερα της θανής του, τους είπε πως είδε σε όνειρο την ίδια γυναίκα του Ιρκούτσκη να του λέει πως θα πεθάνει της Αγίας Παρασκευής.
 
Και πως της απάντησε πως με περιμένει, κι αν υπάρχει περίπτωση μιας παράτασης, βραχείας, έστω. Τότε εκείνη του έδειξε κάτι σολομωνικά που εκράτει και του είπε να τα πάρει, να τα κρατήσει, για να τον προλάβω.
 
Κι εκείνος της απάντησε πως ποτέ στον βίο του δεν έμπλεξε με μαγικά και γιατροσόφια και δεν πειράζει. Ξημέρωνε της Αγίας Παρασκευής, έπεσε σε  βύθος και συγχωρέθηκε.
 
Θυμήθηκα πως έφηβος, από μυστήριον πειθαναγκασμό, απέφευγα να γελώ ή να χαμογελάω την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου.
 
Το τήρησα και πάλι, οπότε κάθε βράδι έβλεπα στον ύπνο μου ότι τον κουβαλούσα στους ώμους εναγωνίως, να προλάβουμε ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ.
 
Τέλος του μηνός το πρόλαβα, οπότε ζωντάνεψε, ανέβηκε στη στάση, με εμπόδισε να τον ακολουθήσω και μου κουνούσε το χέρι γελαστός, παραμερίζοντας τα κουρτινάκια, απο το πίσω φαρδύ τζάμι.
 
Σαν τη ρώσικη ψυχή, δεν έχει.