• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Χοντρογιάννης, Θεοδωρίδης, Μπακόπουλος, περιοδεία Εγνατίας, BMW με ψαροκασέλα, 1971
Η ζωή στα χωριά 10/30
Πάνος Θεοδωρίδης | 10.04.2014 | 18:00
Η μυστική σάρκα του τοπίου
 
 Τα χωριά ήταν επί πολλά χρόνια, ο προορισμός της ζωής μου.
 
Ένας τοπικός σφυγμός ενός δικτύου δρόμων η υποθέσεων εργασίας.Με απλά ή φανταχτερά ονόματα, για την οικονομία ενός αρχείου.
 
Περιοδεία Αλιάκμονα, 1972, Παραστρυμόνια και Πιερικά, 1981, Χάραξη ρωμαικής Εγνατίας 1969-71, Προλαβαίνοντας τη λιμνη Πολυφύτου, 1973. Τέτοια.
 
Στο βάθος, η διέλευση απο διάφορα χωρια και η διανυκτέρευση όπου υπήρχε μιά γωνιά να μας κοιμίσει, συνήθως σε μιά αλάνα ή ένα άδειο σχολείο.
 
Προηγουμένως, ο σχεδιασμός της εκστρατείας.Επιτελικοί χάρτες, σκίτσα και σημειώσεις, ανακοινώσεις και άρθρα, τοπικές ιστορίες «από Ομήρου».
 
Και η χάραξη της πορείας. Μέτρημα των ημερών. Οικονομίες αιματηρές για να υπάρξει τουλάχιστον ένα γεύμα της προκοπής την ημέρα. Ποτέ και πουθενά έξοδα διανυκτέρευσης.
 
Φοιτητάκια ξεκινήσαμε αυτά τα συνήθια, και τα κρατήσαμε ώς τα τριανταπέντε.
 
Μοναδικό όπλο γιά το κρύο , μισή η ολόκληρη στρατιωτική κουβέρτα. Καμιά φορά ένας μεταχειρισμένος υπνόσακκος, απο  το Βαρδάρι ,που του έφευγαν φτερά,χρήσιμα για εντοπισμό να χανόταν κάποιος στα σύθαμνα.
 
Μαχαίρι για τα φίδια.
 
 Αν υπήρχε μεταφορικό μέσον, φροντίδα για βενζίνες. Αυτά ήταν ήδη πολλά.
 
Ο σχεδιασμός κρατούσε μερικές εβδομάδες. Με τον Σταμάτη ξέραμε ποια ήταν η απόλαυση του ταξιδιού. Η συλλογή εμπειριών.
 
Αυτός πάντα με μια κιθάρα, εγώ με μια μελόντικα. Άλτο.
 
Το περπάτημα, η πείνα, η δίψα, το καφενείο, η συζήτηση με τους ντόπιους. Ομελέτα με πολύ κρεμμύδι και πολλές φέτες ψωμί. Όταν δεν υπήρχαν λεφτά, κρεμμύδι με λάδι στο πιατάκι και πάλι ψωμί.
 
Την ταυτότητα του χωριού δεν χρειαζόταν να την παίρνουμε από δημοσιεύματα του τύπου Βακαλόπουλου Μαραβελάκι, αι προσφυγικαί εγκαταστάσεις εν τη περιοχή Θεσσαλονίκης.
 
Συνήθως μάζευα τα αποτελέσματα απο τρίτη κατηγορία ποδοσφαίρου των τοπικών ενώσεων που δημοσίευε τακτικά η εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» μετά το 1967,68, καθώς διέθετε παντού ανταποκριτές. Το πολύτιμο ζήτημα, οι συνθέσεις των ομάδων, που έδειχναν αν το χωριό ήταν εντόπικο ή προσφυγικο ή άλλο τι.
 
Γκρούης, Ντήμκος, Γκόλης, Στοϊτσης, εντόπιοι. Ζαμπουρντικούδης, Μηνοβιούδης, βουλγαροπρόσφυγες ή Τσούκνοι ή Λιάγκραβοι, Ρωμυλιώτες και  ανατολική Θράκη. Αστέρης, Γιοβανούδας, Σκορίβας, Μπαμπαλιάρης, πάροικοι Χαλκιδικής και Ζερβοχώρια.  Μαυροβουνίδης,Καραχισαρίδης, Θεοδωρίδης Πόντιοι ,γκιουμουσχανλήδες διαφορετικοί απο τους καρσλήδες. Μας περίμεναν, ωσαύτως οι καραμανληδες, οι ντόπιοι του Σοχού και της Βισόκας, οι Κοπατσιάρηδες και οι Κουτσόβλαχοι, οι Μογλενίτες και οι νοικοκυραίοι της Σιάτιστας και οι είρωνες πλακατζήδες Κοζανίτες. Λόχμη προσφύγων από την Πτολεμαϊδα.
 
Τέτοιοι, συνεχώς.
 
Ξέραμε από κεκτημένη εμπειρία αν συναντώντας κατοίκους από άλλες κοιτίδες,  θα μας περίμενε άνοιγμα πολύτιμης παλιάς κονσέρβας και  ψωμάκια ζεστά, άζυμα με πικρό χλωρό τυρί και σαρδέλες με τραβηγμένο το αλάτι με τη ράχη του μαχαιριού, η πείνα και το μέγα έλεος, αλλά τεράστιο ενδιαφέρον και αφηγήσεις γιά τόπους, οικογένειες και αναμνήσεις από Εμφύλιο και Γάλλους της Αντάντ, λεγεωνάρίους στρατολογημένους για το πριγκηπάτο της Πίνδου, μικρές Μόσχες όπως μας παινεύονταν μερικά χωριά, κρητικοί και παλιολλαδίτες μέτοικοι που πήραν μεθοριακό κλήρο, όπως και γεωπόνοι που τους έδιναν εκατό στρέμματα γιά υποδειγματικές καλλιέργειες.
 
Μετά τη γνωριμία και τις πληροφορίες, η δουλειά .
 
Αποτυπώναμε και σημειώναμε ό,τι χρήσιμο από ναούς, κατοικίες ληνούς, αγιάσματα, μεταλλεία, στοές, τείχη και πύργους, μύλους και καλντερίμια, μονές και επιγραφές, ενθυμήσεις και μαρτυρίες. Όπου μας έστελναν για γιοφύρι, πάντα ερχόταν δυο τρεις από κοντά, μη και είχαμε χάρτη θησαυρού και τους παίρναμε τα χρυσάφια.
 
Μετά από χρόνια, οι λαθρανασκαφές ήταν όλο και περισότερες. Αλλά η φτώχεια στα χωριά, η ίδια. Όποιος καζαντούσε, το απέδιδαν σε αρχαία. Βέβαια ζουσαν δίπλα σε αρχαία χρυσωρυχεία οι περισσότεροι και δεν είχαν ιδέα.
 
Οι διαδόσεις για διάσημους που νοίκιαζαν χωράφια και έσπερναν καλαμπόκι και καταμεσής έβαζαν ταις χασισιαίς και χάριζαν τον καρπό στους χωρικούς, ζώσα παράδοση από Κοζάνη έως Κατερίνη, αμείωτη.
 
Ιστορίες για το σπάνιο νόμισμα της γουρούνας με τα γουρουνάκια, ίδια παράδοση με τον χρησμό σε μια αρχαία πόλη να μη επιτρέπει σύες, αγριογούρουνα στην πλατεία επι ποινή καταστροφής του οικισμού που εντέλει καταστράφηκε απο φούσκωμα χειμάρρου ονόματι Συς.
 
Όλο τέτοια, φευγάτα.
 
Και μετά η  διανυκτέρευση, ο δύσκολος ύπνος, βρεμμένοι απο θάλασσα, ποτάμια πηγές και νάματα, ντυμένοι η θεόγυμνοι,μαγεμένοι από ανατολές και τρώγοντας από καμιά γκορτσιά τα στυφά της.
 
Και πίσω στην πόλη οι καθαρογραφές αργούσαν και ανακυκλώναμε γελώντας τις ιστορίες που ακούσαμε άλλοτε αποτυπωμένες σε κασέτες η και σε φιλμ. Και επί μήνες έβγαιναν τραγούδια, ποιήματα και Αφηγήσεις, παίζοντας χαρτιά η  φλερτάροντας τις παινεμένες.
 
Και τα χωριά όλο και περισσότερο οικεία, όλο και περισσότερο να μας λείπουν . Με τον Σταμάτη στο τέλος «σπάσαμε» και καταλήξαμε πολλά χρόνια να ζούμε εκεί.
 
Στην ουσία ,το ωραίο ταξίδι ήταν το μόνο που είχαμε. Και οι μορφές των χωρικών, η τέχνη στις ξυλοκατασκευές τους και οι πετράδες τους, μαζί με τα απολιθωμένα θαμνάκια του Λινοτοπίου από τη ρίψη των Ναπάλμ του Εμφυλίου, η μόνη ακριβή και συναινετικη μας κληρονομιά.
 
Τη μέρα που θα συναντηθούμε από δυο χωριά χωριάτες και θα πάρουμε και θα δώσουμε συγχώρεση για το σπαταλημένο αίμα, αφήνοντας τους κουλτουριαραίους να κυβερνήσουν άθλια, όπως αυτοί μόνο γνωρίζουν, όλοι  που γνωρίσαμε στις περιοδείες μας, θα παραστέκουν συγκινημένοι, μασώντας ψητά στην Σαμαρίνα και επαινώντας έναν λεπτουργό στην Αβδέλα, κάνοντας αστεία για το Λος Αμπελες και τον Ανδριανουδη που ήπεσε στην τρύπα για τις αρκούδες στη Συκιά.
 
Όλοι εκεί θα είναι , στον μακάριο νεκρόδειπνο αυτών που ήταν πολύ άτυχοι και επιβίωσαν.