• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Χωρεπίσκοποι
H ζωή στα χωριά 9/30
Πάνος Θεοδωρίδης | 09.04.2014 | 11:48
Ο επίμονος χωρικός
 
 Έχοντας σωματική σχέση με τα χωριά και τις εξοχές (για την ακρίβεια πονώντας αφόρητα όταν στένευε η δυνατότητα να ξεφεύγω από τις πόλεις )δεν έχασα το μυαλό μου σε βαθμό να μη αναγνωρίζω πως ένας βουργέσιος, μπουρζουάς, μικροαστός, κουλαϊτης, τα βρίσκει συχνά μπαστούνια όταν δοκιμάζει να κατοικήσει στον χώρο που κατέχουν οι χωρίται, οι χωρικοί ή χωριάτες, οι δραγάτηδες, οι εν κάσσαις διαβιούντες.
 
Για να συνυπάρξουν τα δυο μιλέτια, υπάρχουν δυο τρία πραγματάκια που όποιος επιθυμεί να χαθεί στο μεγαλείο της υπαίθρου,θα ήταν καλό να ξέρει.
 
Να ξέρει πως δεν υπάρχει επιστροφή στη φύση.
 
Δηλαδή όπως δεν υπάρχει εποχή που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα,παρομοίως η νοσταλγία προς το «χωριό μου χωριουδάκι μου» κάλυπτε υπαρκτές ανάγκες των πληθυσμών στις πόλεις, που κάλυπταν χωρικοί λευκανθέντες στις πόλεις (Παπαδιαμάντης) ή προώρως εξαφανισθέντες (Κρυστάλλης) .Τα υπόλοιπα τα κάλυψαν έμπειροι επαγγελματίες (Τραϊφόρος)
 
Μακριά λοιπόν από χωριά ,γενικώς ,ολικώς και διαγωνίως, όποιος νοσεί από spleen και νοσταλγία μιας ζωής αξέχαστης που υπάρχει δήθεν περίπτωση να διατηρείται.
 
Πέρασα αρκετά χρονάκια εξοργισμένος ψάχνοντας ποιος κιαρατάς εφήυρε την επιθεωρησιακή νοσταλγία του αξέχαστου χτές. Σύμφωνα με αυτήν την  διαδικασία, κάποτε το ψωμί ήταν ψωμί και η μαρμελάδα μαρμελάδα, ενώ τα ήθη ήταν αγνά, η αυτοθεραπεία υποχρεωτική και όταν λαλούσαν τα αηδόνια, πλάνταζες.
 
Πηγαίνοντας με τη όπισθεν,αιώνα με τον αιώνα, συναντούσα πάντα οπαδούς ενός αξέχαστου χτές. Ώσπου νομίζω πως σκάλωσα σε έναν από τους πρώτους διδάξαντες:
 
Ήταν ο Δίων Χρυσόστομος επιφανής ρήτορας και διανοούμενος του τέλους του πρώτου μεταχριστιανικού αιώνα, έγραψε τον διάλογο «Ευβοϊκός ή Κυνηγός» που περιγράφει τις αγροτικές αξίες σε σχέση με την εντύπωση που δημιουργεί ένας αποσυρμένος κυνικος, σε έναν ναυαγό που τον γνωρίζει στην απόκρημνη, ανεμόεσσα Εύβοια.
 
Παρόμοιες νοσταλγίες είναι βέβαια πολύ παλαιότερες, όπως ήδη στον Ησίοδο, αλλά ήθελα ένα παράδειγμα λιγότερο συστημικό.Και να προέρχεται από τη μητριά μας που την περιφρονούμε την έρμη και λέγεται Ρώμη.
 
Τα υπόλοιπα μπλεξίματα είναι καθαρές και διακριτές διαφορές στην συμπεριφορά.
 
Και καθώς επισκέπτης του χωριού είναι ο «ξένος», δεν υπάρχει άλλος τρόπος συμβίωσης παρά ο δοτικός, ο δεκτικός. Αν δεν επιχειρηθεί κάτι τέτοιο, η σκληρή απάντηση της τοπικής κοινωνίας είναι η σιωπή, ο αποκλεισμός και η μηδενική ανοχή. Υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν ή χτίζουν σε ένα χωριό και νομίζουν πως επειδή πληρώνουν κάποιον να καθαρίζει το σπιτικό τους ή εκτελεί χρέη κηπουρού, θα έχουν την έγκριση των κατοίκων και την θερμή τους καλημέρα.
 
Αν κάποιος δοκιμάσει να ζήσει σε ένα χωριό, έχει πάντοτε προσωρινό πρόβλημα με την ιδιωτικότητα. Είτε το χωριό είναι «δικό σου» είτε οδηγήθηκες εκεί από συγκυρία. Η θερμή «καλημέρα» δεν είναι αρκετή. Στην αρχή όταν λίγοι γνωρίζουν τον νέο κάτοικο ,η προσέγγιση μοιάζει φιλική και προσηνέστατη, αλλά στη γωνία περιμένουν νευράκια, ξεσπάσματα, ακόμη και από το γεγονός πως μίλησες εγκάρδια σε έναν ορκισμένο εχθρό του γείτονα.
 
Αν για την είσοδο σου  σε ένα χωριό υπεύθυνος είναι κάποιος που σε καλεί, προσοχή! ο άνθρωπος αυτός αισθάνεται πως είσαι στην καλύτερη περίπτωση αρκούδα με χαλκά, στην χειρότερη ένα κατοικίδιό του.Μετά από μία η δύο ημέρες μέλιτος, θα σου προτείνει κάποιον «έμπιστο» για να κάνετε παρέα και ,ακόμη χειρότερα, αν σας δει να μιλάτε με μη εγκεκριμένο άτομο, θα σκάσει από  στενοχώρια!
 
Αυτό συμβαίνει, διότι στην Ελλάδα του παραδοσιακού χωριού και το θα πάρετε ένα καφεδάκι, οι άνθρωποι των βουλευτών των δημάρχων και των παραγόντων, εάν κάποιος από αυτούς προσκομίσει έναν  τύπο όχι βέβαια χίπι και εναλλά, μα κάποιον κουρασμένο από την τύρβη των πόλεων συσταζούμενο,που μάλιστα μίλησε κάποτε με τον Νταλάρα, γίνεται κατά τη γνώμη του πιό επιδραστικός παράγων.
 
Έτσι και σου αρχίσει «εσένα πρέπει να σου γνωρίσω τον νομάρχη μας» και εσύ του απαντήσεις «από πότε είναι μας ετούνος που ανέβασε τουπέ και  τονε κράζουνε από τον Αζερμπαϊτζάν έως το Μέχικο Σίτι» και καταλάβει πως είσαι κανένας ενάντιος γενικώς, στο μαύρο φίδι που φυλάγει στην αυλή του ξεδοντιασμένο, βάζει την μασέλα εκτάκτων αναγκών και σε δάκνει στα απόκρυφα αν δε φυλάγεσαι.
 
Το μόνο που δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις με τίποτε και θέλει υπομονή, είναι ότι συχνά σε επισκέπτεται το σπιτικό σου ο ακίνητος χωρικός, ο επίμονος. Μπαίνει, καλησπερίζει, βρίσκει το μέρος που δουλεύεις, που τα ξύνεις, που γδύνεσαι και αλλάζεις, κάθεται και βλέπει. Με τις ώρες. Κόσμοι έρχονται και φεύγουν, τηλεφωνήματα διαπράττονται, αυτός εκεί. Σαν τον πατέρα του μαφιόζου που έφερε στο δικαστήριο ο Κορλεόνε γιά να μη τα ξεράσει όλα. 
 
Το φαινόμενο είναι έντονο από τα μέρη όπου φυσάει ο Βαρδαρίτσος και μειώνεται με τους ζεφύρους και τις λίβες. Στην Κέρκυρα, που κατέουν, δεν το έζησα. Αλλού, το έζησα πολύ. Αλλά και από αυτό γλυτώνεις αν διαδίδεις πως έρχεται να σε δει ένας πιό συσταζούμενος κομματικός και πρέπει να ετοιμαστείς.Οπότε στέκονται όρθιοι έξω από τον κήπο σου, ενίοτε με βάρδιες. 
 
Τελικά κι αυτό τελειώνει όταν μάθουν ότι έχεις σχέση με το γράψιμο ή κάτι ματαιόσπουδο, όπως παρατήρηση πελεκάνων. Ως γραφιά, σε λέγουν δάσκαλο. Για τους πελεκάνους, σε λενε με υποκοριστικο που ξεχνάνε. Μια «Λάκη», μια «Άκη» και μια «Σάκη». Απο το εκείνος ο μαλάκας, πολυ καλυτερο.
 
Τελικά  ο πρώτος χρόνος είναι γεμάτος ξερόλες κι εσύ κάνεις τον κουφό και τον εύχαρι. Αλλά στρώνει με τον καιρό.Αν όμως έχεις σπίτι ανοιχτό και φιλόξενο και καταλάβουν πως δεν παίζεις τον αφ΄υψηλού, γίνονται χαλί να τους πατήσεις.
 
Καλύτερους ακροατές γιά να διαβάσω τις πρώτες σελίδες της «Εσπανιόλας» μου και για να συζητούμε για έγγραφα και τοπογραφίες, για ζητήματα αιχμής όπως ένα νταμάρι που τους χτίκιαζε  και για να ανεβάσουμε θεατρικό, δεν βρήκα ποτέ σαν τους Χωρεπισκαδίτες, έχω να το λέω.
 
Οπως αξέχαστες ήταν οι μέρες της Αγροσυκιάς, όταν ο χασάπης της,ο Στέφανος τάιζε την οικογένειά μου με ανοχή και διακριτικότητα ,εισπράττοντας ό,τι ψιλό διέθετα στις τσέπες και επι μήνες δεν πεινάσαμε. Μετά που έστρωσαν όλα, γεμάτος χαρά μηνούσε απο το αγροτικο τηλεφωνείο: πάρτε τον αργότερα, ειναι στο ελικόπτερο τώρα, έχουμε γυρίσματα. Περήφανος.
 
Τα πρώτα, τα πρώτα εξωτερικα λοιπόν να ξεπερνάς. Το κάναμε λίγο «στρατηγικό του Κεκαυμένου» από τις συμβουλές, αλλά με τούτα τα απλά, θα περνάς υπέροχα και οι άλλοι μαζί σου. Να μοιράζεσαι.Τη γνώση σου, τις παρατηρήσεις και τα ανέκδοτά σου . Ολόγυρα από το σπίτι σου θα ανθίσουν οι καλημέρες και οι ευχές. Θα  σου φέρνουν καλούδια, αλλά να επιστρέφεις δικά σου που δεν ξέρουν καλά, όπως ουίσκια σπάνια και βιβλία.
 
Ολα τα άλλα βρίσκονται.Και στις γιορτές και στους θρήνους των, να είσαι κοντά.
Και ποτέ μη τους θεωρήσεις απολιθώματα στίχων του Τραϊφόρου.Και σε καμία πόλη δεν θα βρεις τέτοιους φίλους. Ακόμη και μετά τριαντα χρόνια αμοιβαίας σιωπής, να ραγίζει η φωνή τους στο τηλέφωνο.