• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Que pasa cholita?
Πάνος Θεοδωρίδης | 06.07.2016 | 05:49
Τι να είναι αυτός που έρχεται κι αυτός που ξεψυχάει
Στον αγώνα αυτόν που έρχεται κι αυτόν που ξεψυχάει
 
Η πρώτη μου επίσκεψη στο Λούβρο, στέφθηκε από απόλυτη αποτυχία και καταισχύνη.
 
Δεν πρόλαβα να έμπω (δεν υπήρχαν τότε πυραμίδες γυάλινες και υπόγεια) όταν είδα να  βγαίνει μια εστεμμένη με ένα βολιβιάνικο μαύρο σκληρό καπέλο, προφανώς ατλαζένια και μικροσκοπική, και να κατευθύνεται προς το Σατλαί, ασφαλής ένδειξη πως εξάντλησε τις θεσμικές πλατείες και τα ονομαστά τοπωνύμια και ποθούσε να βαδίζει δίπλα στο ποτάμι, στην καρδιά της πόλης.
 
Την ακολούθησα, απο σεβαστική απόσταση τριών δεκαουργίων σχοινίων επί πολλά χιλιόμετρα.
 
Έτσι και χάζευε σε μια αγορά ή σε βιτρίνες, άλλαζα διάνυσμα και την προσπερνούσα διακριτικά, μόνον και μόνον μη και την μυρίσω, πραγμα που δεν συνέβη.
 
Σε κανα δυο ώρες, καθώς δεν έδειχνε σημεία κόπωσης, σταμάτησα σε μια μπρασερί και αφοσιώθηκα στα Καλβαντός.
 
Ήταν μια αξέχαστη αρχαιολογική εκδρομή, όπου οι ηρωίδες των στοχαστικών αναπαραστάσεών μου, βάδιζαν μαζί με την Βολιβιάνα.
 
Την ξαναπάτησα στο παλάτσο Πίττι, χρόνια αργότερα, όταν τράκαρα στις σκάλες με την Λένε Λόβιτς, οπότε κάθησα χαμαί κατεχόμενος από τον στίχο «αλλά ,Θεά, δεν ημπορώ ν΄ακούσω την φωνή σου».
 
Τι να είναι αυτός που έρχεται κι αυτός που ξεψυχάει
Στον αγώνα αυτόν που έρχεται κι αυτόν που ξεψυχάει
 
Δεν γουστάρω τα μουσεία και τις συλλογές, αλλά δίνω ρέστα για αρχεία και πληκτικές καταγραφές,παλιές εφημερίδες και ξεκατινιάσματα αρχαίων εγωισμών.
 
Ποτέ δεν θα άφηνα ένα σπουδαστήριο, την μπατάλικη αίθουσα του Παρνασσού, την παλιά Βουλή, το βλέμμα ενός φίλου στη «Λυκόβρυση» ,ακόμη κι αν μου ένευαν η Φρανσουάζ Ντορλεάκ, ο Αλέξιος Απόκαυκος και ο Μπίλης.
 
 Αλλά θα έστηνα αφτί παντόφλα αν σε  μια σύναξη άκουγα από μια ψυχωμένη ομάδα αντρειωμένων πως χρειάζονται χέρια και απόψεις για να δουλέψουν ψυχρά και υπολογισμένα προκειμένου να πάρει μπρος η ξεκωλωμένη μηχανή της χώρας. Κι ας με ήθελαν για να φτιάχνω καφέδες και ομελέτες.
 
Κύριε, όχι με αυτούς. Ας γίνει αλλιώς το θέλημά σου. Χωρίς επετηρίδες του θανατά και καταστατικές διαδικασίες. Χωρις παπαγαλάκια ψιλοβουλευτάκια που μου λερώνουν το μυαλό με τα έωλα επιχειρήματά τους, χωρις καν να μετρούν με μια φουρκέτα το άδειο τους κεφάλι.
 
Με την Βουλή των Ελλήνων να δίνει γκάζια σε ένα τεράστιο σαμπγούφερ στα σπλάχνα της, που απαιτεί να υπακούω στην ξερολίαση αυτών των συμβούλων που εξηγούν στους Μεγάλους ποιά Βολιβιάνα πρέπει να δώσουν στο αγριεμένο πλήθος, μόνον και μόνον για να αντέξει τον Κατρούγκαλο, ως ροφό βραχωμένο, να εξηγεί τις εναλλακτικές του παπαριές.
 
Φώναξε, τι να φωνάξω; Δυό μηνών ζωή μου απομένει να περάσω ως αξιοπρεπής πολίτης που ακόμη μπορεί και  πλερώνει τα γαμησιάτικα που σοφίστηκαν ανίδρωτοι κλανιάρηδες.
 
Μετά, το φοβικό μου σαρκίο θα γλυστρήσει στην έκρηξη. Έναν αιώνα άντεξε το σόι μου σε αυτήν την φρεναπάτη.
 
Τι να είναι αυτός που έρχεται κι αυτός που ξεψυχάει
Στον αγώνα αυτόν που έρχεται κι αυτόν που ξεψυχάει
 
Δεν εικονογράφησα το κείμενο. Απλώς θυμήθηκα ένα δίστιχό μου χαμένο εκεί ,στα 1971, καθώς παραφυλάω εμμονικά να ξεμυτίσει από μια μνημειωμένη πύλη, μια στοιχειωμένη εξωτικιά, να παρακολουθώ τον περίπατό της.