• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Τάρα
Πάνος Θεοδωρίδης | 21.06.2016 | 01:45
Ολίγων ημερών σπουδαστής στο Γιόρκ, με σπασμένα Αγγλικά και τα λεφτά της υποτροφίας να μη έχουν φτάσει,περνούσα φάση προσαρμογής στον ξενώνα του Μπούθαμ, σαστισμένος από τις ελισσαβετιανές επιβιώσεις των τοίχων της σχολής, φυλαγμένες σε ένα χαρίεν Γεωργιανό σύνολο.
 
Είχα μάθει τα βασικά: την βιβλιοθήκη, το στέκι απέναντι για τις απογευματινές έηλ, την πάμπ για τα βραδινά ποτά. Είχα εντοπίσει και τους τρεις πρώτους χαροκόπους, δέκα χρόνια και βάλε μεγαλύτερους, που έκρινα ως υποψήφια κολλητάρια.
 
Τον πλακατζή Ουαλό, τον πολεοδόμο απο την Ατλάντα με το αμάνικο, και τον ψηλέκα συγγραφέα, τον Κάρτερ, που μου έμαθε την πρωινή ψητή ρέγγα, καλύτερη με τρεις γουλιές μολτ καπάκι.
 
Σε μια ομάδα μεταπτυχιακών που θα περνούσαν μαζί μας το βασικό βραχύ αναστηλωτικό σεμινάριο, ξεχώρισα αμέσως την Τάρα.
 
Ήταν λεπτοκόκκαλη, τσαγλί, τέλεια ντυμένη Αμερικάνα, ατλαζένια, ευγενής, απορροφημένη στο να φωτογραφίζει το καθετί, και μάλιστα με φωτόμετρο.
 
Φρόντισα να την καπαρώσω θεωρητικά, γράφοντας μάλιστα, κατά το έθος, και το σχετικό ποίημα, άκρως προφητικό:
 
Ωδή στη ματαιότητα
 
Έχω δώσει πολλά στην αναστήλωση
δουλεύοντας  αυτού του στείρου έρωτος
κι άλλα, τραγικότερα, θ΄ακολουθήσουν:
 
Ψητά τα καούν, θα κόψει το αυγολέμονο
καφέ  στους φίλους θα σερβίρω με αλάτι
χωρίς ταξίδια θα περάσω τον χειμώνα
 
Έχω υποφέρει ελάχιστα παρατηρώντας
ράγες  στο δέρμα σου,σκουριές στα δόντια
του φωτομέτρου μου. Τόσο εξαισίως
 
διαβαίνουμε το υγρό δάσος του καιρού
που αναρωτιέμαι, πνίγοντας την ακεφιά:
έρωτα τάχα αναστηλώνω, ή τη λησμονιά;
 
Μόνον ανίδεοι χρήστες του λόγου, ως γνωστόν, περιμένουν την φυσική κατάληξη των εμπειριών τους για να αποτιμήσουν στιχικώς τα πράγματα. Καλύτερα Προμηθεύς, παρά Επιμηθεύς.
 
Θα έβγαιναν που θα έβγαιναν τα σκώτια μου-καλύτερα να κατέγραφα το ιστορικό ξεμέθυστος. Έτζι σκεφτόμανε τότενες.
 
Μήτε την πλησίαζα, μήτε καν την εχαιρέτουν. Στο τέλος του σεμιναρίου, πήγα στη δεξίωση επι τη λήξει των διαλέξεων της ομάδας αυτής,παρέα με τους χαροκόπους.
 
Η Τάρα στο κέντρο μιας παρέας σωστών λεκτόρων με πέτσινους αγκώνες, έπινε μια σόδα κι έλαμπε.
 
Εξήγησα στα ακαθάρματα τι φάση πέρναγα γι αυτήν και με περιγέλασαν ανελέητα. Η ποντία μοσχαροκεφαλή μου με το βλάχικο αλμπενί,δεν ευνοούσε ενθάρρυνση. Ήξεραν αυτό που έβλεπαν, αλλά δεν κινείται σε ράγες η ιπιστίμ.
 
Τους παρατάω, αγγίζω την Τάρα στο αγκώνα, την αρπώ από τους ξύγγλωτους και την ξεμοναχιάζω.Μιλάμε για την Αλγερία και τον Κόλεριτζ, κατεβάζω δυό απανωτά ουίσκια και την καλώ στον ξενώνα μου.
 
Καθώς είδα να διστάζει, αλλά χωρις να βγάζει κάποιο «ουάου» της λέγω. Απέναντι θα είμαι στην πάμπ και θα πίνω στην υγειά σου.
 
Φεύγοντας, της χαϊδεύω φευγαλέα, τα μηνίγγια, με τα δυό χέρια.
 
Έβρεχε και αφού ήπια τον άμπακο, δυό μπαρόβιοι με πέταξαν έξω στο πεζοδρόμιο, διότι παμπ του Μπούθαμ χωρις καβγά, είναι Σύριζα χωρις κόκκινες γραμμές.
 
 Έρχεται ένας λακές σωφέρης ντυμένος σαν τον Χατζηχρήστο στον κύριο Πτέραρχο, με σηκώνει και με βάζει σε μια κουρσάρα, όπου με περίμενε η Τάρα.Για να μη ταλαιπωριέται, ο πατέρας της είχε φροντίσει να της νοικιάσει αμάξι, μη χαλιέται στα πούλμαν των ξεναγήσεων.
 
Την κοιμήθηκα και μου έδειξε τα δάκρυά της. Δεν τη βρήκα το πρωί δίπλα μου, πάρεξ μια καρδούλα ενυπόγραφη σ ένα χαρτί.
 
Ήξερα πως η τελευταία ξενάγηση ήταν στο Γιορκ Καθήντραλ. Πήγα κι έπεσα πάνω στους αποχαιρετισμούς του γκρούπ.Οι άλλοι λέγαν μπάη από το πούλμαν, αυτή με κοίταζε απο το αμάξι ανέκφραστη.
 
Πάνω στην εβδομάδα, ήρθε ένα γράμμα, απάντησα και πέρασαν τρεις μήνες πυρετώδους αλληλογραφίας, όπου μου εξηγούσε τα προσωπικά της και τα αισθήματά της, και πολλά επώδυνα, συν πως ήταν συγκρατημένη λόγω αγωγής και ραντεβού οπωσδήποτε στην Αλγερία.
 
Για τα Χριστούγεννα, της έστειλα έναν Αριστοτέλη έκδοση Λειψίας, αντίκα, και μου αντιχάρισε ένα κόκκινο δερματόδετο (Α&Μ Letherlines New York, N.Y 10012 για τους ειδήμονες) σημειωματάριο «για να γράφω».
 
Αυτό και έπραξα,επί έτη επτά, κυρίως στα ταξίδια μου, Θάσο, Κρήτη,  Μόλυβο, εποχές χωρις λαπιτόπια, εποχές γραφομηχανής.
 
Ωσπου χτές, Πεντηκοστή, ημέρες φώτισης, το βρήκα, κάτω κάτω στο ξύλινο βαλιτσάκι με τα αναμνηστικά, και ξεράθηκα.
 
Τελικά, δεν ήταν δώρο, ήταν ένας κατάδεσμος:
 
Στο σημειωματάριο είχα γράψει, μεταξύ 1981 και 1984, πενήντα τέσσερις σελίδες από την αρχική μορφή του «Θεόπαιδου», του πρώτου μου μυθιστορήματος που το κλωσσούσα επί εικοσιδύο χρόνια ώσπου να το στείλω για έκδοση το 1991. Δεν θυμόμουν ντιπ πως είχα γράψει κάτι σχετικό στο εσωτερικό αυτουνού του rawhide.
 
Διότι απο τα δακτυλόγραφα, δεν είχε απομείνει κολυμπηθρόξυλο. Αλλα χάθηκαν, άλλα κατακρατήθηκαν ή ξεχάστηκαν σε μετακομίσεις.
 
Επι χρόνια τα νοσταλγούσα και προσπαθούσα να θυμηθώ τι σκατά έγραφα στο κεφάλαιο «η ανάληψη του Τούβλου» (φιλοσοφική συζήτηση σε ταβέρνα του 1338) «ο πόνος του έρωτα» (γενικές αποτιμήσεις για την μεσαιωνική αίσθηση της ετερότητας) και κυρίως το παραλήρημα του Σπαρτηνού μαθαίνοντας κάπου στη Ραγούζα ότι απόθανε η Μάριον. Στις σελίδες υπήρχαν και σχέδια μαχών, οπλισμοί, πρόσωπα ηρώων και τα σχετικα ακόμη και matrix για την πλοκή.
 
Βγήκα στα σκοτάδια, μέσα στα ξέφτια του αττικού καύσωνα και χαιρέτισα την Τάρα, αλλα τα δάκρυά μου ήταν επειδή άκουγα το Δοξαστικό και την Έξοδο των Ορνίθων του Χατζιδάκι. «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι» που ετραγούδα εκείνος που ξανθούσε μιαν αγαπημένη του Παναγιά.
 
Το κοριτσάκι της θα κλείνει τα σαρανταπέντε, ο σωφέρης, εάν ζει θα σκεφτεται το Brexit η το Bremain και η καμπάτικη Μπέντλεϊ θα είναι απο δεκαετίες παλιοσίδερα.
 
Η ίδια θα  αναστατώνεται όλο και λιγότερο από την βία, την καρμιριά και την απάτη που αναγκάστηκε να διαβεί με τα λεπτά της πόδια.
 
Μήτε διαρκεί τόσο πολυ ένα αβρό άγγιγμα και στα δυό μηνίγγια της.
 
Μόνο το φωτόμετρο υπάρχει από τα πράγματά της, κλειδωμένο εγκαίρως στο ποίημα, και ο δείκτης του ακόμη θα τρέμει ανάμεσα στο κόκκινο και πράσινο του τόξου του.
 
Διότι το ποίημα, εμμένει κι επιμένει στην πολυκαιρία.
Δεν πειράζει που δεν είναι πάρα πολύ καλό.