• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η μανδήλα της Αχτίτσας
Πάνος Θεοδωρίδης | 20.06.2016 | 03:20
 
Κατά την λήξιν του σχολικού έτους περιόδου 1896/1897, συνεκέντρωσα τους μαθητάς και τας μαθητρίας εκ των μάλλον ευπορουσών οικογενειών των Κραβάρων και παρεκίνησα άπαντας να συμβάλωσιν δια των οικογενειών των οικονομικώς ώστε να προσφέρωμεν δώρον τη παμπτώχω γραία Αχτίτσα μαντήλαν και παντούφλας, ώστε να υποδεχθεί υπερηφάνως τον υιόν της εξ Αμέρικας.
 
Η πρεσβύτις αγογγύστως ετήρει καθαράν την αίθουσαν διδασκαλίας καθ όλην την σχολικήν περίοδον.
 
 Η γειτόνισσα Ζερμπινιώ με επληροφόρησεν περί της επανακάμψεως του υιού της οίκαδε.
 
Και ο πακάλης προσέφερεν τα αιτηθέντα είδη, έναντι διακοσίων δεκαρών, γενναίον ποιήσας σκόντον λόγω της περιστάσεως.
 
Συνεκεντρώθησαν τωόντι τριακόσιαι δεκάραι, ανίσως προσφερθείσαι, καθ όσον ένιοι των γονέων δεν είχον επιστρέψει εκ της ενιαυσίας αυτών γύρας ανά τας πόλεις και το Ξηρόμερον , κατ έθος επαιτώντες, έναντι παροχής θεάσεως στρεβλωμένων μελών των βρεφών αυτών και άλλα τινα αμπλακήματα μετερχόμενοι.
 
Ο μικρός Αλέξιος του κοτζάμπαση, εκόμισε 144 δεκάρας, ο γείτων του Κεκαυμένος εννέα, ενώ από τον επάνω μαχαλάν ο Κυριακός 75,η Χρυσαυγούλα 18, η Φωφίκα 16 και από το Κουτσουμπέικον κατετέθησαν 15.
 
Ο Σταυράκης που διέμενεν κάτω εις το ρέμμα, ήφερεν 10 και εκ της φάρας του Ντεληβασίλη εννέα αύθις, ενώ παροδίται  σαρακατσάνοι έδωκαν τέσσαρα εις τα βοσκόπουλα.
 
Σύνολον, δεκάραι τριακόσιαι.
 
Δευτερεύον ήτο πως η Φωφίκα ήφερεν 32 πεντάρας και ο Σταυράκης ωσαύτως είκοσιν.
 
Αρχικώς εχάρην σφόδρα, καθ όσον υπήρχε δαψίλεια κερμάτων έμπροσθέν μου εις την έδραν, πλην η αγαλλίασις μετετράπη εις εφιάλτην, καθ΄όσον επαπειλήθη σύρραξις μεταξύ των μαθητών και μαθητριών.
 
Τα παιδία, εθισμένα εκ των διακονιαρέων γονέων αυτών, διεφώνησαν εντόνως δια το χρώμα της μαντήλας και καταγέλαστος κατέστην ενώπιον του πακάλη.
 
Ο Αλέξιος ήθελεν την πιτσικωτήν επί ροδόχρου κάμπου, ενώ ο Κυριακός προυτίμα την κυανήν, μετά κομψής φαιάς πορντούρας εν τη ώα.
 
Η κατάστασις εξετραχύνθη άχρι απειλής διαμαχαλικού πετροπολέμου και κατά την λαϊκήν έκφρασιν, «έπεσαν αι πρώται ψιλαί».
 
Τα παιδία εχωρίσθησαν εις βαθέως αλληλομισουμένας μάγκας, άλλας με εξωλέστατον κορδακισμόν, και άλλας ,τρομαλέως σιγησάσας.
 
Ημπορεί το ποσόν να υπερεκάλυπτεν το αιτηθέν παρά του πακάλη, πλην όμως, καμία μάγκα δεν συνεκέντρωνεν τας διακοσίας δεκάρας.
 
Ηναγκάσθην να μετέλθω τεχνάσματα της Πορκίας εναντίον του Σαηλώκου, ή του Ραδαμάνθυος, αναζητούντος τον Τιτυόν, κατ΄ουσίαν επιθυμών να παραμείνω Σολομώντειος.
 
Κατά δυστυχίαν, μοι εφέροντο ουχί ωσάν ήρωα διδακτικών Μύθων, αλλά ως Ναστρεδίν Χότζαν, δια της ομαδικής αράς «δύο γαϊδάρων άχερα δεν ηξεύρεις να διαμοιράσεις, κυρδάσκαλε».
 
Περιττόν να προσθέσω το άπελπι φρόνημά υπό του οποίου διεκατεχόμην, των ηθικών παραινέσεων και διδαγμάτων μου του σχολικού έτους  ακυρωθέντων ωσεί πούλβερη εν Κουγκίω, τι λέγω! Και εν Αρκαδίω!
 
Ο Σταυράκης ήθελεν να διχάσει τας πεντάρας του ισοτίμως προς Αλέξιον και Κυριακόν.
 
Οι Κουτσουμπαίοι έκλινον προς ακύρωσιν της προσφοράς, η Φωφίκα δεν της ήρεσεν ο κορακισμός «κρακρά» της Χρυσαυγούλας και ηπειλήθη αμοιβαία και αλληλόχρεως τίλλωσις της κόμης αμφοτέρων.
 
Οι Ντεληβασιλαίοι προσέφερον τας αξίας αυτών μόνον εφ΄όσον συνεβιβάζοντο οι κύριοι μέτοχοι της δωρεάς, οπότε ο Κεκαυμένος θα ηρνείτο σύμπραξιν και ηπείλει να ψεκάσει δια κυκλοτερούς καταιονίζοντος μετεωρισμού των ούρων του ,άπαντας.
 
Ανέλαβον να εξεύρω λύσιν, παρεχομένην ενωρίς την πρωίαν της αύριον, ηγαπημένον μου ημερολόγιον, πλην ασχάλλω και εξίσταμαι.
 
Τείνω να ακυρώσω την δικαιοπραξίαν, παραδεχόμενος την ήτταν μου.
 
Δεν θα χαρεί το Ζερμπινιώ δια την μεταμόρφωσιν της φιλοτίμου Σταχομαζώχτρας.
 
Ουδείς Παπαδιαμάντης θα κοσμήσει δι ομωνύμου διηγήματος την εφημερίδαν.
 
Απεναντίας, σατιρισταί επιπέδου Ασμοδαίου και Ρωμηού θα με ονειδίσωσι.
 
Και μόνη, ισχνή ελπίς προσωπικής ανατάξεως, παραμένει η παράφρασις του ενδόξου λακωνισμού του Ιπποκράτους, απέλπιδος της Κυζίκου:
 
«Ερρέτωσαν μαντηλοπασούμια.
Πακάλης απεσσύα.
Ράκη χρώντι Αχτίτσαι.
Απορίομες τι χρη δραν.»