• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Για το σινάφι
Πάνος Θεοδωρίδης | 18.05.2016 | 05:16
Όλα έδειχναν νορμάλ. Ξυπνάω, προκαλώ γουργουρητό στην καφετιέρα, ένδειξη πως η ρουτίνα διεκπεραιώνεται, χτυπάω τα νενομισμένα shortcuts στην οθόνη για να ενημερωθώ, ρίχνω μια ματιά στη ξεκοιλιασμένη ντάνα από το αρχείο μου, που δοκίμασα από νωρίς να ελαφρύνω από τα ερίφια, την ήρα και την αμάκα του αξέχαστου χτές, οπότε νοκ νοκ, κάποιος χτυπά τη πόρτα (η τη μπόρτα, πάντως όχι την πόρτα). Κιφραπαλαπόρτ, αναρωτιέμαι και βρίσκω έναν κοντούλη φοβισμένο που με παραμερίζει και κάθεται στον καναπέ.
 
Πριν βγάλω το κιχ μου, με προλαβαίνει.
 
«Είμαι ο Μιχαήλ Αυτωρειανός, καραβανάς. Δεν με βάφτισαν έτσι, αλλά περιέχομαι σε μια μισοτελειωμένη σελίδα του αρχείου σου.
 
Πρέπει να αντραλίζομαι στα χαρτιά σου πάνω από είκοσι και βάλε χρόνια.Δεν κατάφερα να αποκτήσω ύλη, διότι με άφησες μετέωρο και ατελή, επειδή βαρέθηκες ή επειδή ήμουν εντέλει μια κακή ιδέα, κακή για τη γκλάβα σου.
 
Αυτό που σε δαιμονίζει, η λέξη που ψάχνεις, είναι η οδύνη.
 
Η μπρούτα, βαρβαρώδης, υστερική οδύνη.
 
Το δίζυγο «αγάλλομαι- πενθώ» με το οποίο σκαρφίστηκες να πορευτείς συγγραφικώς σήμερα, είναι μια μαλακία και μισή.
 
Σου χρειάζεται να ξαναδιαβάσεις Καλαμογδάρτη, Χριστόπουλο και την ακολουθία των νέων ποιητών του «Παρνασσού» που έσβησαν φυματικοί στα νιάτα τους, αφήνοντας παράδοξους στίχους πριν ακόμη ξεσπάσουν τα Κριμαϊκά.
 
Χρόνια τους διάβαζα εξ ανάγκης, καθώς ήταν ντανιασμένοι πάνω στην κοιλιά της σελίδας μου, σε σημειώσεις που δεν ξανακοίταξες.
 
Βλέπεις, η σελίδα μου παραμένει πυκνογραμμένη στο άνω τμήμα της και δεν φρόντισες τα κάτω άκρα της ,εννοώ υπογάστριο, αιδοία, μηρούς και σφυρά.
 
Κιφραλαπόρτ; Λεμπολσεβίκ; Λάθος.
 
‘Ενα ανέκδοτο ήταν αυτό ,που άκουσες από τον Αλέξανδρο Ίσαρη, πριν τους σεισμούς της Σαλονίκης και έκτοτε κυλίεσαι εις τα γρασίδια κάθε φορά που το θυμάσαι.
 
Αλλά η συνταγή δεν πέτυχε. Το γενικό σχέδιο δεν ολοκληρώθηκε.
 
Μήτε πρόκειται.
 
Το «εν φαντασία και λόγω» άλλος το εφηύρε.
 
Οι λέξεις που συνδύασες, νομίζοντας πως ασκείς λογοτεχνία η ξερωγώ, βγάζουν ,ωσάν μεσαιωνικός στρατός ,εκείνο το κλουκλού που μνημονεύει ο Νικηφόρος Βρυέννιος, για να δαιμονίσει η φανταρία έναν δίβουλο στρατηγό.
 
Φεύγω τώρα, η αγορά με περιμένει. Άλλοι θα με σαρκώσουν, σε άλλα καφενεία θα βρεθώ.
 
Εσύ να θυμάσαι την οδύνη.
 
Μόνον η οδύνη θα σε λυτρώσει.
 
Και η οδύνη δεν περιέχει δάκρυα και ογκηθμούς.
 
Δεν είναι ωδίνη.
 
Είναι άλγος και νάρκη».
 
Μετά, ολοκληρώθηκε η σελίδα και τον έχασα.