• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Συστάσεις
Πάνος Θεοδωρίδης | 16.05.2016 | 17:05
Αναρτώ τρεις παρουσιάσεις βιβλίων που ακούστηκαν στην Έκθεση βιβλίου της Θεσσαλονίκης.
 
Η πρώτη δεν είναι ακριβώς «εγκάρδια σύστασις» αλλά επιστολή να διαβαστεί από τρίτον.
 
Το «τήλοθεν» ασχολείται με το διπλο διπλό βιβλίο των Αντωνάκου- Γεώργα, το «Νάφε, λέμε» τη συλλογή κειμένων του Σραόσα και το «Νεκρή φύση», την ομώνυμη συλλογή του George Le Nonce. Όλα απο τις εκδόσεις Bibliotheque.
 
Τήλοθεν
 
Όταν ακούεις αυτό το γράμμα, θα προσπαθώ να διακρίνω την ρωμαϊκή γέφυρα του Λουδία που την κρύβουν κάτι λεύκες που μπαστάκωσαν για «ακσιοποίησις και ανάπτυκσις», ενώ αν δε βρέχει, η Σαλονίκη θα απλώνει το παραθαλάσσιο φιδοπουκάμισό της καρσί στα δεξά.
 
Βλέπετε, το ΚΤΕΛ Αττικής κατήργησε το πολύ πρωινό δρομολόγιο και η Διεθνής Έκθεση βιβλίου αλλάζει τα ωράριά της ώς το τέλος, σαν ανασχηματισμός που «κουμπώνει» στο παραπέντε, επειδή κάποιος μόσχος σιτευτός που τον είχαν για σιγουράκι, απαντά «θέλω την Νταίζη ιδιαιτέρα και να της βγάλετε το τσιπάκι που την κάνει να λέει συνεχώς «όχι τώρα, όχι εδώ, μη εκεί, ρεζίλι θα γίνουμε».
 
Δυο ποιητές που τους συνδέει η εμπασιά της Βιβλιοθήκης Βολανάκη που είναι κοντά στη μπάρα , σκεφτηκαν να συνυπάρξουν εντύπως  σε έναν λοξό και ανάποδο τόμο, κρίνοντας ότι συγγενεύουν και τραβάνε υλικό από τη ίδια πηγάδα, πράγμα ακριβές.
 
Είναι έμπειρες και έμπυρες καρδιές, στα ιστολόγιά τους αναρτούν μακροσκελή συνήθως ποιήματα, καθημερνές και σκόλες, διαθέτουν αφοσιωμένους αναγνώστες, και δεν έχουν καμία σχέση με τους πολυγραφότατους ποιητές άλλων γενεών,και έργα όπως ο Νέος Ερωτόκριτος του Πρεβελάκη και η δουλειά του Σαράντου Παυλέα.
 
Δεν ασκούνται για να τελειώσουν μια Οδύσσεια, που κάποτε θα αναφανεί, αλλά για να την αποφύγουν.
 
Έχουν μοιραστεί την αγωνία του ενός ποιήματος που θέλει ολοένα και περισσότερη δουλειά και το επαναγράφουν, ο καθείς με τα όπλα του, όλο και βαρύτερο, όλο και βαθύτερο, όλο και πιό ενδιαφέρον.
 
Αυτό που εισπράττουμε κάθε μέρα στο διαδίκτυο ,είπαν να το λιχνίσουν με μιαν απόχη που έχει μικρό μάτι σαγήνης, και να το στείλουν, ως μαρτυρία μιας άνοστης εποχής, όπου τα λάπατα κρύβουν τα άργια σπαράγγια, στην διάθεση του παλαιάς κοπής, βιβλικού και θελκτικού αναγνώστη.
 
Κρίνω πως έπραξαν πολύ καλά, γι αυτό και τους προλόγισα.
 
Τα ονόματα, οι τοποθεσίες και τα συμβάντα που σημαδεύουν την στιχική τους, κατάγονται από τον Κήπο Χαρίτων του Καισαρίου Δαπόντε («όσο την δια στόματος μισώ πολυλογίαν/ τόσον την δια γράμματος ποθώ συνομιλίαν») και την πίστη στην ονοματολατρική ακολουθία των αιρετικών του ποιητικού βίου.
 
Καλή συνέχεια εύχομαι, χαιρετίζω τους ποιητές, τους παρουσιαστές και το κοινό τους. Να διαβάσετε το βιβλίο, αφού βεβαίως το αγοράσετε.
 
 
Νάφε, λέμε.
 
O άγγελος Σραόσα και ο δαίμονας με το παραποιημένο όνομα Ρακάσα, εμφανίζονται στα ελληνικά γράμματα το 2005.
 
Προηγήθηκε ένα αδημοσίευτο εισέτι μυθιστόρημα, το Ken, που ολίγοι γνωρίζουν, διότι έφαγε τον αποθαρρό του.
 
Το μπλογκ του αρχίζει με ένα «άλφα» και ήδη διάγει δωδεκαετία εν τω ναώ των θαυμαστών του.
 
Ο άνθρωπος ασκεί δημιουργική πεζογραφία εξαρχής, κερδίζοντας το συγγραφικό μεροκάματο καθημερινά.
 
Κι ενώ είναι πολύ νέος, στη χώρα όπου οι ογδοντάρηδες θεωρούνται Ζολώτες και ελπιδοφόροι, η γραφή του σκιάζεται από δύο Συμπληγάδες, που ενίοτε αφαιρούν φτερά από το περιστέρι του.
 
Αριστερά, είναι η παρουσία του Ακαδημαϊκού λόγου, τον οποίο υπηρετεί με το «νάφε» του.
 
Δεξιά, η παντελής απουσία Ποίησης που εξηγεί το «μέμνασο απιστείν» του.
 
Θα μπορούσε να επιστημονίζει συναισθηματικώς, όπως έπρατταν επί δεκαετίες πολλοί των ανθρωπιστικών επιστημών αρθρογραφούντες και αφήνοντας μια πινελιά νόστου στην καταληκτική παράγραφο, μέθοδο στην οποία διέπρεψε  ο εκ Λέσβου λόγιος Πέτρος Παπαγεωργίου εν Θεσσαλονίκη.
 
Αλλά τον τιμά που δεν μετήλθε τέτοιες ραδιουργίες. Συγγραφέας είναι ο Σραόσα και αυτό θα γράφει η ταφόπλακά του.
 
Η συλλογή και επιμέλεια των κειμένων που σήμερα σχολιάζουμε,έγινε με φιλοτιμία, και εκ των συμφραζομένων του ιδίου, ερήμην του και πιθανόν με ευγενείς υποδείξεις.
 
Όχι τυχαία, είναι τα πλέον συγγραφί πεζογραφί κείμενα που ήταν δυνατόν να βρεθούν.
 
Αλλά ο αποθέτης ενός μπλογκ που παραμένει ζωντανό, περιέχει απίστευτης ομορφιάς και δεινότητας κείμενα, για να μη ξεχάσω τα χιλιάδες σχόλια στα οποία προθύμως απαντά και περιέχουν πολλών χρόνων αποτύπωση της ανθρωπολογικής πανίδας του κυβερνοχώρου, χωρις βέβαια να λείπει και η αντίστοιχη χλωρίδα, ήτοι οι μαϊντανοί.
 
Ακολουθώντας το πεπρωμένο των μέσων κοινωνικής γνωριμίας, ο ίδιος υπάρχει και στο facebook, όπου  σχολιάζει ανελέητα, συναντώντας πυκνές και δηκτικές αντιδράσεις.
 
Από τα χιλιάδες μπλογκ της περασμένης δεκαετίας, μερικές δεκάδες παραμένουν ημιθανή, αλλά διαβάζονται ακόμη από ορκισμένους οπαδούς του Μέσου.
 
Ευτυχώς απέχουμε αρκετά χρονάκια από την ημέρα που θα αρχίσουν να θεσπίζονται ετήσια βραβεία υπερ ιστολογίων, για να απογίνει ο χώρος και να διευρυνθεί το ζήτημα των βιβλίων, που, απ΄όσο καταλαβαίνω την νέα του χρήση, ως υποκαταστάτου τραπεζικής επιταγής, κατά πρόσφατες καταγγελίες, θα βοηθήσει όχι μόνον την αγορά βιβλίων, αλλά και (κύριε των δυνάμεων!) και την ανάγνωσή τους, η οποία στο 20% των περιπτώσεων, κατά έγκυρες έρευνες, περιορίζεται στην ανάγνωση του οπισθοφύλλου.
 
Ο ίδιος είναι σεβαστικός και ντόμπρος απέναντι στον γραπτό λόγο. Αδυνατεί να γράψει «ελαφρά».
 
Τείνει πολύ προς τον δοκιμιακό λόγο, ανκαι ποτέ δεν θα γίνει συστημικός ή προγραμματικός.
 
Ενίοτε τον χαρακτηρίζει ακρασία μερικών προτάσεών του, αλλά υπό την δορά του «είπα να ξεσκάσω λιγάκι και κατέβασα δυό τσίπουρα».
 
Έχει κι αυτό την ερμηνεία του.
 
Γραμματολογικώς, θεωρείται και είναι πολύ νέος, σε μια ηλικία όπου σπανίζουν οι ποδοσφαιριστές και τα γιουσουφάκια.
 
Είναι μορφωμένο άτομο, αστέρι στον επαγγελματικό του χώρο, καθόλου διδακτικός, αλλά συχνά ατακτούλης.
 
Στις περισσότερες ενδοδικτυακές διαμάχες, χωρίς να υποχωρεί, η διαλεκτική του μοιάζει με το λάδι που έχυναν οι βενετσιάνοι γύρω από τις γαλέρες τους για να ημερώσουν την μπουκαδούρα.  
 
Από νωρίς έχει δηλώσει τις αγάπες του. Είναι η Αθήνα όπου μεγάλωσε, και οι άνθρωποι που συναναστρέφεται, ενώ οι αρχές του, έχουν περαστεί δυό φορές από τη μηχανή του κιμά: αποφεύγει κάθε υπόνοια πως η Ελλάδα είναι διαμαντόπετρα στης γής το δαχτυλίδι και πειστικά εξηγεί ότι κάθε χώρα και κάθε κοινωνία διαπρέπουν όπου τους παίρνει και κρύβουν αμέτρητα σκουπίδια κάτω από το χαλί.
 
Τίποτε δεν θεωρεί δεδομένο. Μπορώ να σκεφτώ καμια δεκαριά πνευματικούς προγόνους του και ανάμεσά τους ενδέχεται να υπάρχουν και γιατροί, και άσωτοι, και άτομα του ενός καλού βιβλίου που έκτοτε διασύρθηκαν.
 
Αλλά εκτιμώ ότι το στύλ του είναι προσώρας ενός υπερεπαρκούς ζυγιστή.
 
Περιφρονεί την χρονογραφία και απεχθάνεται τις πραγματείες περί διαγραμμάτου. Όποιος ξεπεράσει την προφανή συστολή του και εμπιστευτεί το βαρύ, αρχοντικό και ανέμελο χάχανό του, θα γνωρίσει έναν εσωτερικώς πενθούντα χαρακτήρα, έξυπνον και αινιγματικόν, προορισμένον να δώσει στην πλήρη ωριμότητά του, σπάνιας ευαισθησίας και ευθυκρισίας έργα.
 
Ένας ακτιβιστής Λορεντζάτος;
 
Ένας καρμπονάρος που ξεγελάει με την βελάδα του;
 
Ένας οπτικός τύπος που δαιμονίζεται επειδή δεν του φτάνει η αφή και η όσφρηση που του χάρισε ο Αχούρα Μάσδα;
 
Αποφασίσαμε  μια σχέση απόστρατου θείου και φιλικά προσκείμενου ανηψιού.
 
Η κόρη μου τον αγαπά, κι ελπίζω να ήκαμα καλή εντύπωση στην δική του.
 
Υπήρξαμε ένα έτος μαζί στα «Ηνωμένα βουστάσια» με τον δεινό ομηρομάστιγα Κουκουζέλη, τον σοφό  Αντιοχέα Χοιροβοσκό, και τον μερακλή , με χαρακτήρα τζάμι, Μπερεκέτη.
 
Και τώρα, στο Κλάουντ με τον Μανόλη Σαββίδη.
 
Καλό βιβλίο και σπουδαίο ύφος εις σάρκαν μίαν.
 


Νεκρή φύση
 
Προσεγγίζω το κείμενο αυτό, στον χώρο που μου επιτρέπεται ανάμεσα σε δύο αυτούργια ρητά:
 
Στο «Η ποίηση είναι τρέποντες και τέρποντες τον Λόγο ήχοι» και στο «Αγαπήστε με ζωντανόν. Αν αυτό δε γίνεται, μη μ΄αφήσετε να πεθάνω. Αν κι αυτό δε γίνεται, να με θυμάστε»
 
Θα είμαι σύντομος, όσο ακριβώς χρειάζεται για να σκιστεί ένα μνημόνιο
 
Εκτός απο τον «Εμονίδη» του και μερικές δημοσιεύσεις, ο George le nonce είναι ξακουστός για ενα έργο «εν προόδω» που έχει τίτλο «τα μούτρα του George le nonce», που σχεδιάστηκε, χαράχτηκε, υλοποιήθηκε και λειτουργεί στο διαδίκτυο, ως κήπος των Φίντζι-Κοντίνι, λαμπρός ανάμεσα στα μπαχτσεδάκια μας, στα κηπάρια, στις βραγιές και στους τράφους των υπο φυλλοξήρα αμπελιών μας.
 
Ίσως ο μόνος ποιητής που κατάφερε να συνδυάσει μια εκρηκτική, μονήρη εικαστική αντίληψη του ψηφιακού χώρου, με την πολυτονική, κρυπτική και συνεχώς διαλεγόμενη με τους μεγάλους συγγραφείς  γραφή του.
 
Σπιλιάδες καθημερινού λόγου, αποτυπωμένες με το μόνον τίμιο εργαλείο που διαθέτει ο νούς, την επινόηση, συνυπάρχουν με στίχους προορισμένους να επιβιώσουν, έστω και υπό δημόσια αδιαφορία.
 
Τον εκτιμώ, τον θαυμάζω και όμως, πρώτη φορά τον επαινώ.
 
Δημοσίως.
 
Είναι ο άνθρωπος που κατάφερε στο ποίημα «Ηθοποιός» να ενθέσει έναν απόλογο εκ του τάφου, του ήρωος του Καβάφη που προκάλεσε την συγγραφή του «ωραία λουλούδια κι άσπρα, ως ταίριαζαν πολύ».
 
Ο νούντσιος του ελεήμονος θανάτου στις ζωές μας, βρήκε, στον πάγο της γραμματολογίας, μια σχισμή, που οι καλύτεροι την εκλάμβαναν ως ουλή και δεν επιχειρούσαν διείσδυση.
 
Και σοφίστηκε μια εύχυμη δρύπη, εκεί οπου οι υπόλοιποι νομίζαμε πως σήπεται μια κύστη με δυσοίωνη πρόβλεψη.
 
Την «Νεκρή φύση» του απαρτίζουν επτά, μονολεξου τίτλου ενότητες. Μη παρασυρθείτε από την αλληλουχία μερικών ποιημάτων που παρουσιάζονται ως πεζομορφικά.
 
Πρόκειται για ποιήματα, διαυγή και εντελή, καθόλου για πεζοτράγουδα η για εκειές τις ποιητικές συνθέσεις που απαιτούν αφηγηματική απλοχωριά.
 
Προς επίρρωσιν: διαβάστε φωναχτά οποιοδήποτε πεζόμορφο ποίημά του.Μόνοι σας θα σταματάτε την απαγγελία, εκεί όπου ο κρυμμένος στίχος κάνει ένα κράτει, για να περάσεις στον επόμενο.
 
Είναι μια δομή αντίστοιχη της βυζαντινή τεχνικής της κρυμμένης πλίνθου.
 
Το μυστικό, για να πουμε και καμιά είδηση, βρίσκεται στην βαθεία γνώση της προσωδίας, ως μηχανισμού παραμυθίας και πειθούς.
 
Δοκίμασα να διαβάσω τον «Θηλασμό», την «Εκδρομή», το «΄Αρρωστοι» όπως διαβάζουν οι αναγνώστες από καθέδρας στις μοναστικές Τράπεζες,  ή όπως διαβάζεται ο Απόστολος στις τελετουργίες. 
 
Η προσωδία λειτουργεί θαυμάσια, αρκεί να ποστάρεις τις ανάσες σου σωστά.
 
Αλλά το το «φίλοι» το διάβασα φωναχτά ως gangsta R&B ,αναγκαστικά, κι ας με συγχωρήσει ο ποιητής, χώνοντας εδώ κι εκεί κανένα εξ υπογιύου «χν!» ή «yo».
 
Μια χαρά ρολάριζε.
 
Η τέχνη της ρητορικής διδάσκει ότι μετά το καταληκτικό καλαμπουράκι, η ουρά του ζενερίκ απαιτεί έναν κολοφώνα που περιέχει συστάσεις.
 
Αγοράστε, διαβάστε και είτα κρίνετε εν τη απουσία μας. Διότι ο εγκέφαλος δεν είναι στομάχι, που είτε του ρίχνεις πατάτες μπλουμ, είτε μοσχαράκι κόμπε, σου μηνάει «χόρτασα».
 
Ο εγκέφαλος, εάν χορτασθεί, παράγει ακατάλυτη και θριαμβεύουσα νοητική ασέλγεια.
 
Κι αν μεταβίας κρατιέμαι και δεν φιλάω τα χεράκια του Le nonce, είναι διότι πρόλαβαν οι ακίνητοι να στερήσουν την πάσα μου κίνησιν κατά την διατύπωση του ξεχασμένου Λεωνίδα Πολυδεύκη.