• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Εξάγγελοι
Πάνος Θεοδωρίδης | 01.05.2016 | 01:50
1986. Επιστροφή στη Σαλονίκη μετά από Πάσχα σε χωριό, από το τρανζίστορ ακούγαμε για Τσερνομπίλ και όχι Τσερνόμπιλ, βόλτες στα γρασίδια και μια καλή ψαροταβέρνα στη σκάλα Μαριών, ποθούσα να συνδέσω με το κασετόφωνο τον Spectrum για να παίξω ένα Rome, ξεκινούσαν οι πρόβες για το θεατρικό και έπρεπε να συμπληρωθεί το ρεπεράζ για την ταινία, πρόλογος είναι, επίτηδες αποσπασματικός, όποτε ανοίγει η βρύση το νερό είναι θολό, και τον γράφω επειδή τότε τις είδα.
 
Τις πασχαλίτσες.
 
Στις εφημερίδες ανησυχούσαν ηπίως, ψέλλιζαν κάτι για ραδιενεργό νέφος που θα αφήσει την αιωνία Ελλάς αδέσμευτη και καθαρή, πρωτακούσαμε ολίγα για καίσιο και χρόνους υποδιπλάσιασμού, θα σας γελάσω.
 
Ως εκεί.
 
Στο δωμάτιο, μια τηλεόραση μεγέθους ψαροκασέλας, έγχρωμη με τηλεκοντρόλ,για να φαίνονται καλά οι Βησιγότθοι και οι Πίκτοι του παιχνιδιού, κι ένα δανεικό βίντεο και κασέτες με το τσουβάλι, νοικιασμένες, πέντε ταινίες ημερησίως και θέλαμε κι άλλες.
 
Στην πόλη εμφανίστηκαν οι πασχαλίτσες. Σε συντάγματα, τάγματα, λεγεώνες και μεραρχίες. Γέμισαν τις ασφάλτους, τα μπαλκόνια, τις σιδεριές και τους κάδους.
 
Μακριά από κάθε τι πράσινο, γλάστρα ή βραγιά η γκαζόνι. Η μια πάνω στην άλλη, σαν σαλιγκάρια που κρέμονταν τσαμπιά στο κοτετσόσυρμα, όταν κάτι δεν έπραττες μπαη δε μπουκ και τα έπιανε κατάθλιψη.
 
Εως τότε, θα υπήρχε μια θεσμικώς απεσταλμένη πασχαλίτσα να έρθει στο χέρι σου, να χαρείς που επρόκειτο για προμήνυμα άνοιξης, να φωνάξεις «α, μια πασχαλίτσα» και να την βλέπεις καθώς άνοιγε τα σκληρά καμπυλωτά χεράκια της για να πετάξει προς τη μολόχα ή την κέντια.
 
Σπανίως να έβλεπες δύο παρέα.

Έως τότε.
 
Το 1986, Μάιο μήνα, άφησαν τα χώματα και τα γρασίδια και ήρθαν στα τσιμέντα και στις σιδεριές. Εκατοντάδες στα μπαλκόνια, χιλιάδες στους δρόμους και στα πεζοδρόμια.
 
Δεν ξέρω τι έτρωγαν κι αν έτρωγαν. Ζαλισμένες και άπειρες. Με μυριάδες απώλειες-πατημένες από βαδίσματα ανθρώπων και λάστιχα αυτοκινήτων.
 
Πρέπει να κράτησε μια εβδομάδα. Μετά, μια μαγιάτικη μπόρα, από αυτές με το χαλάζι , τις εξαφάνισε.
 
Μετά τριάντα χρόνια, υποθέτω ακόμη πως έφυγαν από τον φυσικό τους χώρο επειδή ενοχλήθηκαν από τα χώματα και την χλωρίδα. Από τη ραδιενέργεια.Είχα σκεφτεί πως έφταιγε το μπουχαρί από το νέφος εκείνο το θανατερό.
 
Εξάλλου οι μεταλλωρύχοι δεν έβαζαν ένα καναρινάκι στις στοές για να είναι σίγουροι πως δεν υπήρχε διαρροή επικίνδυνων αερίων;
 
Οι πασχαλίτσες άρα, προσφύγεψαν για να μη χαθούν στον φυσικό τους χώρο και προτίμησαν τα τσιμέντα.Όχι πως γλύτωσαν. Αυτογενοκτονήθηκαν.
 
Συχνά τις σκέφτομαι, ιδίως από τότε που έσκασε η κρίση.
 
Εντάξει, όλα είναι χημεία, γα να μη γράψω κάτι βαρύτερο, αλλά τσαντίζομαι που δεν παίρνουμε χαμπάρι πως άλλαξε ο αέρας, πως δεν μας αξίζει να παριστάνουμε τους έκπληκτους και επείγει να μετακομίσουμε ψυχικώς, θυμικώς και ηθικώς, αμη και σωματικώς, από τις διαρροές και τα απόβλητα του πολιτικού εργοστασίου που χτίσαμε άντυ προδιαγραφών, και έκτοτε επιμένουμε ζώντας σε αυτήν την μολυσμένη χλωρίδα και στις δήθεν λύσεις να ξεφύγουμε από το οικονομικό καίσιο που μας περιβάλλει.
 
Πασχαλίτσες βλέπω ακόμη στη φύση, άρα έμεινε μια μαγιά, παρά την αδόκητη μαζική αυτοκτονία τους ,εκείνην την άνοιξη του 1986.
 
Απλώς δεν καταλαβαίνω την υστερία και την επιμονή μας σε συζητήσεις περι διαγραμμάτου και τον κόφτη που τοποθετήσαμε ως σωσίτριχο, στο μυαλό μας, επιμένοντας πως οι συνήθειες, οι παραδόσεις και οι υπηρεσιακές παρεμβάσεις θα μας κρατήσουν μακριά από το κακό που μας βρήκε,χαζεύοντας την αλόη και τα υαλουρονικά που μας πλασάρουν, αντάμα με καλλιτεχνικές ανησυχίες, κρατώντας φουρκέτες που μετράνε τις ανορθογραφίες και τις φαεινές ιδέες όπου γης.