• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Το ρέμα της Αγροσυκιάς .
Η ζωή στα χωριά 2/30 .
Πάνος Θεοδωρίδης | 02.04.2014 | 18:00
Τι μυρίζει, τι μυρίζει
 
 Δώδεκα χρόνια έζησα σε χωριά. Σκέφτηκα ένα εγχειρίδιο εμπειριών και νόστου.
Ο νους μου παραμένει χωρικού, παρά τις δραπετεύσεις. Παρά το ότι δεν γεννήθηκα και δεν μεγάλωσα σε χωριό.
 
 Το χωριό είναι μια μέθοδος συγκατοίκησης. Ονομαστικά ,είναι ένας μικρός οικισμός. Στην πράξη ,είναι ο πιο προσφιλής τόπος γέννησης. Αλλά πάνω απ όλα είναι μια φωλια απομονωμένη και επίφοβη,στον πρώτο από τους επτά Ουρανούς.
 
Παρά την περιορισμένη του έκταση και το γενικά χαμηλό ύψος των σπιτιών του, σπάνια γίνεται αμέσως κατανοητό. Οι καλύτεροι οδηγοί αναζήτησης των λεπτομερειών του ,είναι τα παιδάκια της προεφηβικής ηλικίας που έχουν κληρονομήσει από τις παλιότερες γενιές, τις κρυψάνες, την ηδονή και το χάζι που το μυαλό των μεγάλων έχει απωθήσει.
 
 Το χωριό ως έννοια, βρίσκεται  βυθισμένο στον κόσμο των στερεοτύπων.Μπορεί τα ιταλικά πλακάκια και το διαδίκτυο να έχουν καλύψει τις δέουσες διαδρομές, αλλα η αρχετυπική εικόνα του χωριού παραπέμπει αρκετές γενιές πίσω.
 
 Ας μη πάμε κόντρα στην συντήρηση προσώρας. Όποτε αναφέρομαι με ενεστώτα σε ζητήματα του χωριού, εσείς είναι καλό να στέλνετε την πρόταση στις αοριστίες του παρελθόντος. Δηλαδή ένα μέρος από αυτά που διεκτραγωδώ ή περιγράφω, δεν υπάρχουν πιά. Κι όμως ισχύουν! Από κάποια δαιμονική παρέμβαση αρχαϊκού τύπου σκέψης, εάν η λαμαρινένια υδρορρόη ενός σπιτιού, γίνει πλαστική, η αντικατάσταση δεν αλλάζει την προεικόνα: στο χωριό το νερό κυλάει πάντα από τις αστρέχες όταν βρέχει.
 
 Ένα χωριό μυρίζει. Οι μυρωδιές στον καθαρό αέρα είναι αισθητά πιο έντονες, δεν μπλέκονται με άλλες και δεν συγκρούονται μεταξύ τους.
 
 Μυρίζει βαριά η υγρασία. Για την ακρίβεια αναδίδεται μια μπόχα. Σε σκιερά βόρεια υπόστεγα, σε αυλές γεμάτες αυλούκια ήτοι λάπατα, σε βρεμμένες από στάσιμο νερό γωνιές όπου στιβαγμένα ξερόκλαδα ξεχάστηκαν πολλα χρόνια και ασπρίζει το μελανί ξύλο της βέργας από δαμασκηνια με λευκές κοκκώδεις στρώσεις ύσκας και σάλιου από γυμνοσάλιαγκα. Μυρίζει και η αποτιλιά, το μιας πήχης διάστημα ανάμεσα στις κατοικίες ,όταν χτίζονται με τον τρόπο που περιγράφει ο Τάκιτος γιά τους Γερμανούς.
 
Μυρίζει από διαλεγμένες θέσεις,η κλεισούρα. Στα χωριά ζήτημα τα μισά δωμάτια του οικισμού να κατοικούνται και μήτε το ένα δέκατο θερμαίνεται. Μια παγωμένη αύρα βγαίνει από σχισμές κλειστών δωματίων, με έπιπλα ντυμένα με κλάρες και σκεπάσματα από τηλεπωλήσεις, δωμάτια που περιμένουν το παιδί από την δουλειά τα Σαββατοκύριακα για να βάλει κοτετσόσυρμα και χιαστά τεσσάρια σύρματα στον χαλασμένο από κουνάβια πλαγινό φράχτη. Δωμάτια που το ύφασμα εκπέμπει την αποφορά των λερωμένων ρούχων που ξεχάστηκαν στη γωνία και των λουλουδιών που μαράθηκαν  και σαπίζουν στο κιτρινόγκριζο νερό που στεγνώνοντας στο μέσα γυαλί του ανθοδοχείου,αφήνει άλατα ενώ μαυρίζει από νεκρά έντομα που πόθησαν νερό και κανένα τους ποτέ δεν πέταξε, καθώς εγγονάκια που κοιμήθηκαν εδώ το περασμένο καλοκαίρι τους έβγαλαν τα διάφανα φτερά.
 
Μυρίζει χημικά. Όχι συνεχώς. Πέφτοντας το Φουραντάν και η γαλαζόπετρα σε ξερά λιασμένα χώματα,όταν μια ριπή ανέμου σηκώνει πεταμένα χαρτιά υγείας και πλαστικά ψέλλια από υπόλοιπα πλαστικών επενδύσεων που έμειναν πέντε χρόνια μισοχωμένα στο χώμα που κατεβαίνει μαζί με τη  βροχή από τους λόφους,δωρίζει στα μάτια του περαστικού μια οξεία παγωμένη αίσθηση και νυγμούς στα ρουθούνια και οι άνθρωποι βηχάνε. Είναι και το λίπασμα που μοιάζει με τον γλυκασμό της ουρίας και την σαπίλα ,δήθεν οργανική, της κοπρίας, αλλά αυτά κρατούν έως ημέρες τρεις η τέσσερις και μετά όλα άοσμα και πάλι.Ποτέ δεν έβαλα χημικό σε ζαρζαβάτι αλλά οι γείτονες έβαζαν για εκατό ρίζες, αντί τις δέκα που είχανε και ποτέ δεν στερήθηκα το φαρμάκι.Και την οξεία, δραστική οσμή που έρχονταν και  χάνονταν με το παραμικρό αεράκι.
 
Μυρίζει σβουνιές από μεγάλα ζωντανά, κυρίως αγελάδες. Παλαιά ,ήταν εξακοντισμένες στους τοίχους των στάβλων, τους καμωμένους από ωμές πλίθες. Και είχαν δύο χρήσεις: είτε τις έβαζαν σε ξύλινα καρούτια ανακατεμένες με άχυρο, και την δεύτερη, τρίτη μέρα που κάπως έχαναν το υδαρές τους,οπότε τις ξέραιναν στον ήλιο πάνω σε μαδέρια και λατάκια και χτίζανε με αυτές, είτε τις άφηναν να ξεραθούν και πανάλαφρες, σχεδόν άοσμες τις έκαιγαν για ζεστασιά, κυρίως σε σόμπες μακρουλές ή οτζάκια. Ακόμη και σε στάβλους που είχαν χρόνια να φιλοξενήσουν γελάδια και εκεί φύλαγαν μηχανήματα, λιπάσματα, σακκιά απο καννάβι για τα στάρια και χαράρια φαρδιά για τα μπαμπάτσα, ένα λεπτό άρωμα σβουνιάς υπήρχε στον χώρο. Σε στάβλους με άλογα,έτσι και δεν καθαρίζονται καθημερινώς η μπόχα δεν είναι φιλική.
 
Μυρίζει χόρτο και σπόρους, καρπούς και κάψες σε κάθε ποικιλία. Ζωοτροφές συμπιεσμένες και συρματωμένες, κομμένα χόρτα, γρασίδια φρέσκα, χόρτα ξερά που τυραννούν για φτάρνισμα τη μύτη. Χύμα στάρια και δημητριακά σε στεγνές αποθήκες που έτσι και αγγίξεις τον καρπό σε πιάνει φαγούρα. Το μπαμπάκι που μυρίζει αλλιώς χύμα και αλλιώς η μπάλα με το τσιβάλι σταις γωνιαίς της και συρματωμένο. Καπνά έχει αιώνες που δεν κάνουνε, αλλιώς τα καπνοχώρια μύριζαν μόνο στις διάφορες φάσεις κατεργασίας και ανά ποικιλία.
 
Μυρίζουν επίσης διαφορετικά αλλά έντονα τα σπορεία, σε  βραγιές, σκεπασμένα και ξεσκέπαστα, η ντομάτα που φτιάχνουν σε καζάνια στο δρόμο πελτέδες και σε γυάλινα δοχεία αποστειρωμένα. Μυρίζει το γάλα της αγελάδας περιμένοντας την παραλαβή από τη μονάδα και διαφορετικά μυρίζει όταν βράζει και φουσκώνει και καίγεται μικρό του μέρος τσιτσιρίζοντας στην ξυλόσομπα.
 
Μυρίζουν και τα ρέματα, όπως της Αγροσυκιάς, με λούμπες νερού με ένα πηχτό συννεφάκι έντομα να αγγίζουν την επιφάνειά τους, εκεί όπου ξαποσταίνουν γριβάδια και η βαρειά στα ρουθούνια αποφορά των σκονισμένων πλατανιών πριν απο τα πρωτοβρόχια φέρνει βάρος στο κεφάλι.
 
Μυρίζουν συχνά ψοφίμια. Είτε από ποντικάκι που παγιδεύτηκε σε παλαιού τύπου ποντικοφάρμακο, όχι από αυτό που τα αποξεραίνει, είτε από τουφεκισμένο σκυλί ,τρεις ημέρες και εφεξής μετά την εκτέλεση, μια διαπεραστική ,αβάσταχτη οσμή κυκλώνει τους αέρηδες. Δεν είναι η σιχαμένη οξύτητα του άβρεχου χημικού λιπάσματος που την γλυτώνεις αν ξέρεις τον αέρα, αλλά μια πανταχού παρούσα, ευτυχώς βραχέος χρόνου συμφορά.
 
Θα μπορούσα να εξειδικεύσω τον κατάλογο, παραθέτοντας  τις δέκα παραλλαγές της μυρωδιάς του χώματος,από το στεγνό και το κατουρημένο ως το θεϊκό μετά τη βροχή, των χεριών ενός γεωργού γυρνώντας από το βραδυνό χωράφι στο καφενείο για μια μπιρίτσα πριν ξεραθεί στον ύπνο,  το μίγμα καπνού τσιγάρου και ομελέτας με ηλιέλαιο, του κώνου από τσιμένι όταν πλαθονται οι παστουρμάδες, αλλά τα αφήνω να μυρίσουν έντονα βάζοντάς τα σε κατάλληλα δοχεία, στην διαδρομή της αφήγησης.Λογοτεχνία είναι αφού.