• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
To Αρχοντικό (Αλάρ) και το Μεσιανό (Τσαουσλί) στα οθωμανικά χρόνια.
Η ζωή στα χωριά 1/30
Πάνος Θεοδωρίδης | 01.04.2014 | 18:00
Το πρώτο μου πανηγύρι
 
Ανάμεσα στον μικρό αδελφό μου Ιωάννη κι εμένα, μεσολάβησε μια αδελφή που δεν ευτύχησε να ζήσει και θα την ονόμαζαν Ελένη. Δεν την είδα ποτέ μου, αλλά την ένοιωσα καθώς φούσκωνε την κοιλιά της μάνας μου, όταν με κρατούσε μπροστά της ,αμφότεροι σε ένα σαμάρι και πηγαίναμε καβαλίκα σε ένα μουλάρι ,στο πανηγύρι του Αρχοντικού. Αρχοντικό ή Αλάρι ή Αγαλάρ, ήταν ένα χωριό των Γιαννιτσών, το πρώτο που συναντούσες βγαίνοντας από την κωμόπολη,  Βαρόσι προς ανατολικά, μέσα από κυματιστούς λοφους.
 
Ο αδελφός μου Ιωάννης εγεννήθη Μαρτίου 7 του 1955, άρα τον συνέλαβαν οι συμπράξαντες οικείοι μου περί τον Ιούνιο του 1954. Επομένως το ταξίδι προς το Αρχοντικό προηγήθηκε.
 
Με δεδομένο πως η Ελένη απεβλήθη από την φωλεά της μητρός μου και ήμουν ο δολοφόνος της, αφού τη αιτήσει μου εδέχθη η τριαντάχρονη γυνή να αναρριχηθώ απότομα στην αγκάλη της,η ανάμνηση της καβαλίκας πρέπει να προέρχεται από την ημέρα που πανηγύριζε ο ναός του Αγίου Αθανασίου και προφήτη Ηλία Αρχοντικού, δηλαδή ήταν 18η Ιανουαρίου του 1952. Είμαι σίγουρος πως δεν ήταν κατακαλόκαιρο διότι το κρύο ήταν θανατερό, η παγωμένη βροχή με τα τουλούμια και ο χωματόδρομος τόσο λασπερός, ώστε δεν υπήρχε περίπτωση να κινηθεί αυτοκίνητο και μόνη λύση μεταφοράς μας ήταν τα μουλάρια.
 
Τα μουλάρια μετέφεραν μιά δασκαλοπαρέα. Κάποιος συνάδελφος που υπηρετουσε στο Αρχοντικό τους κάλεσε. Και δεν μίλησαν καθόλου στην προετοιμασία, για τον ναό και τον Άγιο Αθανάσιο, προσφιλή των νιζνάμηδων άγιο, αλλά μόνον γιά το πανηγύρι.
 
Εποχές χωρίς μικροφωνικές, σημαιοστολισμούς και παράτες. Κι αν δεν ήταν το Ίντερνετ, δεν θα μπορούσα να ξέρω πως εκείνο το διάστημα κυκλοφόρησε η «Εξαδέλφη Ραχήλ» της Δάφνης ΝτυΜωριέ και το «Ανατολικά της Εδέμ» του Στάινμπεκ. Ακόμη ,πως ήταν η χρονιά που λανσάρισαν την Μπιούικ σπέσιαλ Σεντάν. Επίσης πως γεννήθηκε ο  Αρ Στίβι Μουρ που επίμονα παρωδεί την ίδια του την έκρηξη. Και τώρα που τα έμαθα, χαίρομαι, όπως όλοι οι χρήσιμοι ηλίθιοι, όταν δεν τους κάθεται το ρακόρ.
 
Το πανηγύρι ήταν ένας θρήνος κεμεντζέ απο μακρυά, που στόμωνε και αγρίευε απο τις ριπές του ανέμου και την ένταση της βροχής. Πριν κατεβούμε από το μουλάρι, είδα τους πανηγυριστές :στην κατηφορίτσα της εκκλησίας, δεξιά σε ένα καφενείο, μια ομάδα χορευτών με απλωμένα χέρια και κορμί που έτρεμε, το κεφάλι να στρέφει στον ουρανό, ακολουθούσαν τον πηδηχτό ρυθμό. Δεν ήταν δεμένοι μεταξύ τους. Ο καθένας μόνος του. Ανάμεσά τους, στροβίλιζονταν με δυνατές φωνές ένας κοντούλης σαν δαιμονόπληκτος μοιράζοντάς τους από ένα μπουκάλι μισοκάρικο , ούζο να πίνουνε.Και είδα πως κρατούσανε από ένα  ουζοπότηρο ενώ χόρευαν, άδειο, που γέμιζε ταχύτατα.
 
Πολλά πανηγύρια στην επαρχία και όλοι οι γάμοι όπου ήταν αναμεμιγμένοι μικρασιάτες πρόσφυγες, διέθεταν ένα ψίκι πανηγυριστών που όδευε εδώ ή παρέκει και πάντα μπροστά στο πλήθος μια μικρή ομάδα χορευτών διαφόρων μορφών κόρδακος σε προφανή κατάσταση μέθης έδινε τον τόνο στην πορεία.
 
Οι καλεσμένοι δεν θα άντεχαν να μείνουν στο κρύο, κι έτσι αχνά θυμάμαι μια καφτερή ξυλοσομπα σε ένα προσφυγικό δωμάτιο. Αντί πάτωμα ,υπήρχε πατημένο χώμα, διακοσμημένο με  σχέδια από ραντισμένο νερό,ένας  γιούκος σε μια γωνιά με τα στρωσίδια πάνω στο μπαούλο, φωτογραφίες προγόνων, λάμπα με γυαλί και μερικές καρέκλες, περισσότερα σκαμνάκια. Εκεί οι καλεσμένοι ευωχήθηκαν με ούζο και λίγους μεζέδες, τσιριχτά, ζυμωτό  ψωμί και ένα παράξενο τυρί κίτρινο που έβγαζαν τμηματικά απο μιά τετράγωνη μεταλλική θήκη σαν κονσέρβα, από την αμερικανική βοήθεια.
 
Επίσης το διαδρομάκι της εισόδου, όπως και στο πατρικό μου σπίτι στο δικό μας χωριό ,είχε κασελάκια σιδερένια από πυρομαχικά. Και όλο μιλούσαν για ΤΕΑ και ΜΑΥδες. Τότε δεν είχα καταλάβει, αλλά η συμμετοχή στο πανηγύρι ήταν το αντάμωμα ενός δάσκαλου πολύ γνωστού μας, με συμπολεμιστές του στον Εμφύλιο και προηγουμένως στα τάγματα που πολεμούσαν μαζί με τους Γερμανούς τον ξενοκίνητο κομμουνισμό. Το διπλανό χωριό ,το Μεσιανό,είχε πολλούς τέτοιους.Οι περισσότεροι Καραμανλήδες, αρκετοί Πόντιοι, Σαρακατσάνοι στις άκρες των χωριών γιά δείγμα.
 
Θυμάμαι πως γυρίσαμε κάπως αλλιώς, όχι με μουλάρια. Ίσως έκοψε η βροχή και αργά μπόρεσε να περάσει αυτοκίνητο, ή βρέθηκε κανένα φορτηγό, καμήλα Φορντ ή παρόμοιο και μας πήρε.
 
Το πρώτο μου λοιπόν πανηγύρι, ήταν απλώς  η λέξη πανηγύρι. Οι καλύτερα ελληνικά γνωρίζοντες απο έναν τετραετή, ατύχησαν στον ορισμό. Αυτόν τύπωσα στο μυαλό μου έκτοτε: πανηγύρι είναι πέντε ουζοπότες. Κανονικό πανηγύρι, πλήρους τεχνολογίας και διοικητικής μέριμνας, με διμοιρία, επισήμους,με εκκλησιαστική λειτουργία, περιφορά εικόνας, βήμα λιτανείας, μπάντα και πρόχειρους πάγκους με καλούδια και αναμνηστικά ,έζησα αργότερα, στις Αμπελιές, το διαβόητο Λος Αμπελες, περι το 1958. Και την έννοια της πανηγύρεως, τοπικού θεσμού που πλήρωνε στο βυζάντιο ειδικό τέλος, κατοχύρωσα αφου διάβασα Μανουήλ Φιλή, εκεί όπου  επαινεί το τραπέζι που του έστρωσαν οι Χορταϊτινοί καλόγεροι: πανηγυριστής εξ υμών επιστρέφων.
 
Στο Αρχοντικό λοιπόν ήταν το πρώτο πανηγύρι που θυμάμαι να βρέθηκα, ακόμη κι αν δεν είχε κανένα στοιχείο πανηγυριού. Και το βρίσκω καλή εισαγωγή για μιά περιήγηση στην εσωτερική ακατάδεχτη ψύχα των χωριών της χώρας όπως τα έζησα, είτε ως περαστικός εσωτερικός τουρίστας, είτε ως επαγγελματίας ή παραθεριστής και κυρίως ,πάνω από μιά δεκαετία, ως μόνιμος κάτοικος σε δύο από αυτά.
 
Τα λένε, βλέπετε, χωριά, επειδή είναι χώρια...