• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Νο country for raising Arizona
Πάνος Θεοδωρίδης | 25.01.2016 | 04:35
Συγγνώμη που παίζω με ιστορικές αναφορές, αλλά πιστεύω πως το παιδί που μαρκάρουμε με την ανακούφισή μας που βρέθηκε απείραχτο, χρειάζεται να γυρίσει στα παιχνίδια του χωρίς ενδιαμέσους.
 
Το μέλλον του σκέπεται από μια μάνα που θα την θρηνήσει.
 
Διαδόθηκε πως ο πατέρας που σκότωσε τη γυναίκα του και πήρε μαζί του το ένα από τα δυο παιδιά του και το έτρεχε μέρες δεκαοχτώ στη Δυτική Χαλκιδική, έφτασε Καλλικράτεια και Μεσημέρι, προσπαθώντας να φτάσει Σαλονίκη, να τον ρουφήξει η πολυκοσμία.
 
Σαράντα σταυροδρόμια να ελέγχεις στα λοφάκια αυτά και στα μαλακά πρανή με χωράφια , καλύβια και παραθεριστικούς οικισμούς, είναι άσκοπο. Είκοσι μονοπάτια στο τετραγωνικό χιλιόμετρο υπάρχουν που δύσκολα ελέγχονται.
 
Ο τόπος είναι γεμάτος απρόσμενα βαθειές χαράδρες, ακόμη και σε ξηρορέματα. Ειδικά, γύρω από την Ορμύλια. Μέρες πολλές μπορείς να περπατάς αποφεύγοντας τα σπάνια Ντάτσουν στο καταχείμωνο και να μη σε παίρνει χαμπάρι μήτε ψυχή.
 
Ο τόπος εξαρχής ήθελε λοκατζήδες κι όχι χωροφυλάκους. Μνημονεύω μόνον μεσαιωνικά τοπωνύμια, διότι με αυτά περπάτησα στα μέρη.
 
Αν ήθελα να φτάσω ανεπίγνωστος στο Στόμιο και στην πλαγιά κάτω από τους Αβραμίτες,θα έφτανα στο ύψος της Θεοτόκου των Χαουνίων, θα άφηνα δεξιά μου το Σελιό, και θα περνούσα την όδευση από τα Μαριανά στον Πολύγηρο από τον δυώφθαλμο νερόμυλο στα δυό χιλιόμετρα από το Δοχειαρείτικο πύργο.
 
Μετά, από τα πολυσχιδή Κελλόπεδα, θα άφηνα την Γέννα και τα δίκαια του Σιγίλου και μπροστά μου η Αντιγωνία του Αγίου Νικολάου, ο άγιος Γεώργιος της Ζούγλης και εύκολα ιδού το Μεσημέρι, ονοματισμένο από τον παλαιό ιδιοκτήτη του, που είναι σήμερα ποντιοχώρι, με σύλλογο που τιμά την παράδοση του Στέλιου Καζαντζίδη.
 
Ωραία , το έπαιξα περιηγητής εκ του προχείρου, και είναι ώρα για το ψητό.
 
Ελπίζω να λησμονηθεί η φωτογραφία του παιδιού.
 
Το είδαμε στα alerts, το ξαναείδαμε στις ειδήσεις, τώρα μπάστα. Μήτε παπούς,μήτε κάτοικοι, μήτε αστυνομίες, μήτε παιδοψυχολόγοι.
 
Ας αφήσουμε την οικογένεια που μάτωσε να υπάρξει. Χωρίς κουτσομπολιά και «συμβολή των αρχών στην ανακούφιση του δράματος». Να γίνει ό,τι πρέπει και ό,τι είναι να γίνει στη μούγκα και στη βούβα. Ας βρεθούν συνεργοί άν υπάρχουν, ας μείνουν οι λεπτομέρειες στο μούσκιο.
 
Είναι ό,τι πιό φρόνιμο μπορούμε να κάνουμε, καταχείμωνο που ξεβράζονται η μαζεύουν από το πέλαγο πνιγμένα παιδιά και γυναίκες, σε αριθμούς πρωτόγνωρους για «ειρηνική περίοδο» και οξύνεται ο σχετικός θρήνος από ακατάσχετες λέξεις που βγαίνουν από φρυγμένες καρδιές.
 
Η απελπισία κορυφώνεται,η αγορά στερεύει, πήγα να πληρώσω λογαριασμό του κινητού και ήμουν ο μόνος στην ουρά, από τους δέκα που γέμιζαν το καρτοτηλέφωνό τους με δύο ως πέντε ευρώ.
 
Ορμύλια, εκεί που διασώθηκε η διαθήκη του Σκαράνου, πριν επτά αιώνες, «έχω και κάτι γυαλιά φυλαγμένα στο κάστρο και άς τα πάρουν για την εκκλησία», αλλά και «όταν πεθάνω να με λαζαρώσουν και να με σύρουν από τα πόδια στον λόφο όπου σπέρνει ο Κουκουναράς την φακή,και να με αφήσουν εκεί ημέρες τεσσαράκοντα»
 
Ορμύλια, πάνω στο δρόμο πουλάνε τα καλοκαίρια φρούτα και ζαρζαβατικά, παντού καλυβάκια, ελιές και περιβόλια, το κάστρο της Καλλίπολης στο έβγα μιας χαράδρας, ο δρόμος προς το Μεταγγίτσι και ο ενδιάμεσος ποταμός μέσα σε πυκνή βλάστηση και όταν ο κυρΓιάννης Κατακουζηνός, οδεύοντας από τη Ρεντίνα στη Σαλονίκη με το ασκέρι του, έμαθε στους Κρητικούς, στον Προφήτη δηλαδή της Μυγδονίας πως οι άνθρωποι του Ουρχάνη διαγουμίζουν τον κάμπο ανάμεσα στα δύο πόδια,πέρασε ανάμεσα στις λίμνες, διέβη τη Ζαβερνίκεια και τη Λαγκαβίκεια,σήμερα Γερακαρού και Λαγκαδίκια, ανέβηκε στα Ζερβοχώρια, με το Αρδαμέρι στα δεξιά του και πέρασε τον ζυγό όπου μοιράζονται τα νερά του Αμμίτη με τον Χαβρία, στο πλάτωμα της Ρεσετνίκειας και κατηφόρισε στην Ορμύλια,για να στερέψει η συμφορά.
 
Εκείνον τον καιρό ,οι καλόγεροι ζητούσαν άδεια να μεταφέρουν και να εγκαταστήσουν στα μετόχια τους της Χαλκιδικής πρόσφυγες από τις Κλαζομενές και τα πέριξ, που έμεναν ανέστιοι από το Αδραμύττιο έως την χερσόνησο των Ερυθρών. Τους παραχωρούσαν ολίγη γη και ένα βόδι καματερό ή αγελάδιον σύμμοσχον και πορεύονταν δουλεύοντας στα δάση και στα χωράφια τους.
 
Δεκατρία πηγαινέλα σημείωσα, μπορεί και ανακριβώς μεταξύ Βαλκανίων και Μικρασίας από την εποχή που οι Βρίγες, εκείνοι που δεν ήξεραν τι είναι το κουπί που κρατούσε ο  Οδυσσέας, έγιναν Φρύγες, έως την τωρινή προσφυγιά των θαλασσοπνιγμένων.
 
Κι όταν οι μπρατσωμένοι πειρατές του Σίφαντου βρήκαν ρήγμα και μπήκαν στη Σαλονίκη, "ο Δαβίδ ο φοβίτσος τους βλέπει και ξεχνάει τις ανδρικές του υποσχέσεις και τα ταξίματα για αντίσταση σαράντα ημερών, τα μάζεψε όλα σε ένα λεπτό της ώρας, και έδειξε πλάτη στους εχθρούς. Και ενώ το ασκέρι του φώναζε «Κομνηνέ, στέκα και ξεπέζευε» εκείνος τους απαντά «καβαλίκα, κι εσείς, όπως με βλέπετε» κι ενώ ποθούσε έναν Πήγασο να πετάει πάνω από βουνά και θάλασσες,αρκέστηκε στην μούλα που τον κουβαλούσε. Και το φευγιό του έδειξε ως παράδειγμα, τρυφερς δεν, ευφος τν ναβολήν, τριπτος πλοις τς χερας, γυμνασί πρέπων, μίαντος αματι, εχεν σε κα κτίλος φεπομένους τος παντας"
 
Αυτός γκεσέμι, κι από πίσω του ακολουθούσαν οι θεατές του Τεκβοντό.