• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Πολιτικό σχόλιο
Πάνος Θεοδωρίδης | 09.01.2016 | 08:01
Ήτανε δύο, ο Πίξιος και ο Δίξιος. Δεν ξέρω καν πως γράφονται και άν τους παρουσιάζω ορθογραφημένα. Πάντως ζούσανε σε δυο βουνά. Κανονικά ήταν ένα το βουνό, αλλά με δύο κορυφές, εξ ου και η παρεξήγηση.
 
Διότι και οι δυο έκαναν την ίδια ζωή. Διέφεραν στο ντύσιμο και στον τρόπο που μιλούσαν. Ο Πίξιος λάτρευε τα όνειρα, ο Δίξιος τα παραμύθια.
 
Οι άλλοι τους θεωρούσαν μεν διαφορετικούς, αλλά δεν τους ξεχώριζαν στην πράξη. Στους κάμπους και στις ακρογιαλιές, ο Πίξιος και ο Δίξιος εμφανίζονταν παρέα. Όπου κι αν τους έβλεπαν, τους έλουζαν στην επίκριση, στην κατηγόρια και ήταν οι πρώτοι ύποπτοι σε κάθε ατασθαλία ή πρόκληση.
 
Κανένας δεν έδινε δεκάρα τσακιστή αν είχαν οικογένεια και εισοδήματα, αν ήταν άρρωστοι ή γεροί. Τους έχωναν στον λόγο τους αμάσητους, πάντα μαζί, πάντα όπου ξεφύτρωνε διαμάχη ή ένσταση.
 
Είπα να παίξω τον δημοσιογράφο, να μάθω πως προέκυψε αυτό το φαινόμενο, να τους θεωρούν Κλεόβι και Βίτωνα, ή Χιώτες που πηγαίνουν δυο-δυο, η γιατί βρήκε ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ.
 
Κατάφερα να τους συναντήσω σε ένα καφενείο σε ένα ημιορεινό χωριό, και ήπιαμε τον γκαηφέν παρέα. Τα είπαμε μια ωρίτσα και ιδού το ρεπορτάζ.
 
Μου έδωσαν να καταλάβω πως δεν ήταν άνθρωποι, αλλά ρόλοι. Όταν άρχισα να τους ρωτάω για τα βουνά τους, ξαφνιάστηκαν. Ο ένας ήταν τυπικό παιδί του βάλτου και της γκιόλας, ο άλλος έμενε σε ξενοδοχεία. Είχαν όνομα, επάγγελμα και ΑΦΜ.
 
Αλλά όσο προχωρούσε το ξεψάχνισμα, πρόσεξα πως αντί για πρόσωπο, είχαν έναν καθρέφτη οβάλ από το μέτωπο στο σαγόνι. Άρα, μου έμοιαζαν. Λεπτομέρειες για την ζωή τους ,απλώς δεν κάτεχαν. Μιλούσαν με ατάκες από ταινίες, από παραγράφους λησμονημένων συγγραφέων,κυρίως με γνωμικα και στίχους-καλαμπούρια.
 
Ωστόσο, από τους θαμώνες του καφενείου, ήταν προφανές ότι τους ήξεραν όλοι.
Ενώ λίγα ήξερε ο ένας για τον άλλον, δέχονταν μοιρολατρικά τη μοίρα να τους θεωρούν κάτι ωσάν σιαμαίους. 
 
Κανένας δεν τους απηύθυνε τον λόγο με την προσηγορία «Πίξιε, πως πάνε τα χαμπάρια;» ή «ο Δίξιος τις προάλλες είπε ένα ανέκδοτο». Απεναντίας, ως ζευγάρι, η ζωή τους ήταν γεμάτη επεισόδια και σπαρταριστές διηγήσεις, περισσότερες και από πέστροφες σε ορεινό ιχθυοτροφείο.
 
Κατέληξα πως δεν υπάρχουν και πως πέρασα μια ώρα στο καφενείο πίνοντας μονάχος μου τρεις καφέδες. Κι αυτό ήταν όλο.
 
Δεν ήταν άνθρωποι, αλλά οντότητες. Δεν διέθεταν βιογραφικό, αλλά επιβίωναν ως λέξεις. Ήταν δυο λέξεις. Ζωντανές, με όνομα , επάγγελμα και ΦΠΑ, αλλά λέξεις.
 
Έκλεισα το θέμα, βέβαιος ότι λάθευα τελείως, από την αρχή αυτού του κειμένου.
Δείτε επίσης:
540accd2b2a69506b1f1c4945e449b84.jpg
88abc6e5c223bb01f1274df55bdb580e.jpg