• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Victor Oliva, πότης αψεντιού.
Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ 27
Πάνος Θεοδωρίδης | 27.03.2014 | 09:00
Ζάππας και Νόννος, παράλληλοι.
 
Την άλλη μέρα ,δεκαπενταύγουστος,τηλεφώνησα στον Γούφα και του ζήτησα να με ανεβάσει σε ένα βουναλάκι, να  κατεβώ μια κατηφόρα με ποδήλατο.
 
Ήρθαν στο σπίτι του Γκατς με την Νταίζη. Τα είχε μάθει από τον Γούφα και μου φέρθηκε  μαλακά. Φορτώσαμε το ποδήλατο στο Μίνι και  φύγαμε, οι τρείς μας  και ο Γκατς, στην Περιστερά. Με άφησαν στη στροφή  πρίν τα σπίτια και έφυγαν. Είχαμε ραντεβού όλοι μας στο σπίτι της Δυναμό το βράδι.
 
Πήρα την κατηφόρα με παράτολμο τρόπο, χρησιμοποιώντας ελάχιστα το φρένο, έφτασαν να μυρίσουν τα λάστιχα από τα πλάγια συρσίματα των τροχών, έχασα και δυό τρείς ακτίνες από σκληρούς θάμνους. Έφτασα ιδρωμένος και κατάκοπος στη Δυναμό.
 
Μου άνοιξε ο Ζάππας. Κάναμε καφέ και μιλήσαμε. Οικολόγος πρίν τους οικολόγους, συνασπιστής πρίν τον συνασπισμό, ελάχιστα ομιλητικός αλλά καλός ακροατής, ήταν  προφανές ότι  δεν βρίσκαμε κανένα σημεία επαφής, διότι ο άνθρωπος διάβαζε, χαιρόταν τη μουσική,  έπλενε και κανένα φλυτζάνι, ήταν τάλε κουάλε  ωσάν δυτικοευρωπαίος τουρίστας στην ίδια του τη χώρα. Από τους τύπους που παίρνουν τα μωρά τους στην παραθέριση με τροχόσπιτο, που πηγαίνουν  παντού με την σαρμανίτσα του παιδιού, που είναι ικανοί να μιλάνε τρείς ώρες για ένα άρθρο  σε  ειδικό περιοδικό και να μη χαλάνε χατήρι σε άνθρωπο.
 
Διότι όλοι οι άνθρωποι έχουν αξία, όλοι είναι ανήθικοι, όλοι  είναι τμήμα του σύμπαντος  κόσμου. Εργαλείο τους η εναλλακτικότητα. Η αποδόμηση. Η σύνθεση. Έναν καιρό τους λέγανε βογόμιλους αλλά τότε ήταν μαύρος υποτίθεται μεσαίωνας. Άλλον καιρό τους έλεγαν  καλβινιστές αλλά ήταν υποτίθεται παρεξηγημένοι.
 
Για μένα, οι Ζάππες του κόσμου υπήρξαν μια αυτοδιοικούμενη εισαγγελικής  νοοτροπίας  κατευχαριστημένη με τον εαυτό της  ομάδα  ματαιόσπουδων. ’Οποτε μεταπήδησαν σε πολιτικό στάδιο, ήταν οι πλέον καταφερτζήδες και  γαλίφηδες τύποι, κόντρα στους διαβρωμένους υποτίθεται κοτζαμπάσηδες και πολιτευτές. Εάν τραγωδία είναι μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας, τότε η φάρσα είναι μίμησις  πράξεως χυδαίας και  πτωχαλαζόνος.
 
Είδα πολλούς Ζάππες να μετατρέπονται  σε σκυλάδες, πολλούς σκυλάδες να αποκτούν μεταφυσικές ανησυχίες, επομένως η κοινωνία μας καλά κρατεί, λαμπρώς μεταλλάσσεται, αρκεί να υπάρχουν  προφάσεις εν αμαρτία.
 
    Προσπάθησα τέλος πάντων να καταλάβω τη σχέση του με τη Δυναμό και μου τά΄κρυβε όλα, μπερδεύτηκα. Αν  αλήθευαν οι καθησυχαστικές του  φράσεις για την αδελφοποιτή τους σχέση, θα μπορούσα να τον προσλάβω ως μπάτλερ με ευχέρεια.
 
Αλλά δεν ήταν έτσι. Λεπτές αποχρώσεις του πώς την αποκαλούσε, για τα λογάκια που έλεγαν ,ασήμαντα κατά τα άλλα, αλλά σε ιδιοσύστατους χώρους, όπως  στην τουαλέτα και σε κοινά  αποδυτήρια πλάζ και  λεσχών, με οδήγησαν στο αβίαστο συμπέρασμα ότι ο Ζάππας ήταν  πολύ περισσότερο από έναν εξ απορρήτων φίλο.
 
Προτίμησα να  κάνω τον χαζό στα ανθρώπεια και τον επιστήμονα στα υπερανθρώπεια, τον έπρηξα με τοπωνύμια και παρθένες ακρογιαλιές κατάλληλες για γυμνισμό.
 
     Μετά, άνοιξε ο τόπος και μπήκαν στο σπίτι η Δυναμό, οι κινέζοι και μερικοί ακόμη  άσχετοι, όλοι προετοιμασμένοι για τη βραδυνή συνάντηση που φαινόταν ότι θα  ήταν ένα μεγάλο πάρτι.
 
Τι ακριβώς εορτάζουμε παιδιά; η Δυναμό μου φέρθηκε  ισότιμα με τους άλλους. Μήτε στα μάτια με κοίταξε. Καμία οικειότητα. Θαρρείς και ένα νεοσύστατο νέο ημερολόγιο εφαρμόστηκε στην Ελλάδα, που ήταν δυό μήνες υπό χρονολογική καθυστέρηση και σβήστηκε ο Ιούνιος, ο Ιούλιος και ο μισός Αύγουστος. Τιτουλάριοι μήνες. Δεν υπήρξαν. Μάλιστα.
 
Πήγα στου Γκατς, κοιμήθηκα και το απόβραδο ντυθήκαμε, σινιαριστήκαμε και πήγαμε πάλι στο κάστρο της Ωριάς.
 
Κατεβήκαμε καμιά δεκαριά στο κοντινό ουζερί και αρχίσαμε τον όψο  και τον πότο. Τώρα ζαλιστήκαμε με ρετσίνες. Ο Γκάτς που φαινόταν αξιοπρεπής, μετά το τρίτο μπουκάλι  άρχισε να  μιλάει για τις αγάπες του, Καζαντζάκη, Σάρτρ, Πήλιο, ναυτικές ιστορίες, θανάτους από πνιγμό, κι όλα αυτά  σε τυπάδες που ήξεραν απέξω  πόσα βήματα μπρός και πόσα βήματα πίσω τους πήγαινε η σκέψη του Λένιν αλλά δεν κάτεχαν και δεν έμαθαν ποτέ,(εκτός αν κάποιος αργότερα μετεξελίχθη σε περιφερειάρχη) πόσα απίδια έχει ο σάκκος και πού βρίσκεται η Ζαγορά.
 
 Καθόμουν στην κεφαλή του  τραπεζιού, με τη Δυναμό δεξιά μου, με την πλάτη της στο μαγαζί και τον Ζάππα απέναντι,όταν προσπάθησα, μέσα στην ευμενή μου μέθη, να της εκμαιεύσω μια γλυκειά κουβέντα.
 
Οι απέναντι στο τραπέζι  ήταν δυσδιάκριτοι, διότι από τα πολυάριθμα μπουκάλια ρετσίνας, ο όμιλός μας έμοιαζε με πανηγυριστές σε χωριάτικο κουρμπάνι. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη υπήρχαν πενήντα μπουκάλια σε τρία τραπεζάκια.
 
Η γλυκειά κουβέντα δεν ήρθε ποτέ.
 
Απεναντίας, με θολωμένα μάτια,άπλωσε τα χέρια της, ζήτησε τα χέρια του Ζάππα, τον άγγιξε, ανασηκώθηκε σαβουρντίζοντας μερικά γιαλιά, και τον φίλησε με πάθος στο στόμα. Μετά ανακλαδίστηκε ευχαριστημένη και μου είπε αυστηρά: ο Ζάππας, ο γλυκός μου Ζάππας, είναι ο άνθρωπος της ζωής μου. Χωρίς αυτόν θα ήμουν χαμένη στο πουθενά. Τον αγαπώ πολύ τον Ζάππα. Κι ο Ζάππας μ΄αγαπάει όσο ποτέ κανένας δεν μ΄αγάπησε. Είναι αλήθεια, γλυκέ μου Ζάππα;
 
Ο γλυκός Ζάππας κατένευσε. Βεβαίως είναι αλήθεια. Εμείς οι δύο είμαστε αχώριστοι και έτσι θα παραμείνουμε.
 
 Αντί να φέρω κάτω τα τραπέζια, να πιάσω το Ζάππα από το λαιμό και να τον κάνω μπλέ μαρέν, χαμογέλασα, κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι, ψέλλισα ξέρω, ξέρω, και το μόνο που μ ένοιαζε ήταν να΄ναι χαμηλό το φώς, μη με δούν που κοκκίνισα ως τα αυτιά από ντροπή και πάθος.
 
Η πλάκα ήταν ότι ο Γκατς κατάλαβε ,έστω και από απόσταση ,ότι  είχα κάποιο πρόβλημα με την Δυναμό, αλλά το ερμήνευσε λάθος:ότι η Δυναμό ήθελε αυτόν κι εγώ ζήλευα.
 
Παράτησε όθεν τους κινέζους  στο Σετσουάν και βρήκε μια άδεια καρέκλα δίπλα της, οπότε της την έπεσε κανονικά. Του αντιγελούσε και τον πείραζε, του έλεγε αστειάκια και τον  άγγιζε δήθεν τυχαία  στο στομάχι, ενώ ο Ζάππα παρέμενε ολύμπιος και εγώ είχα αποφασίσει ότι μια και στέρευε η ζωή, έπρεπε να την αναπληρώσω με όλα τα υγρά που υπήρχαν διαθέσιμα στο τραπέζι.
 
Άρχισα λοιπόν τις αηδίες, συγκέντρωσα σε μερικά νεροπότηρα, όλα τα αποπλύματα των ποτηριών και τα υπόλοιπα από τις ρετσίνες, παρήγγειλα άλλες τέσσερις ή πέντε, και σιωπηλός κατέβαζα με ταχύτητα τα νεροπότηρα, δημιουργώντας  την αίσθηση που ήθελα: οι μισοί να λένε  γερό ποτήρι ο μαλάκας, οι άλλοι μισοί να σκέφτονται  τι άλλο θα κάνει ο μαλάκας για να μας εντυπωσιάσει, ο Ζάππας να σκέφτεται τι περίμενες να γίνει ρε μαλάκα, ο Γκατς να σκέφτεται πιές, μαλάκα, πιές κι άλλο να μη ζηλεύεις που θα τη γαμήσω.
 
Δεν έχω αποκτήσει  πένα τόσο ικανή ώστε να καταγράψω τι νόμιζα ότι σκεφτόταν η Δυναμό.
 
Η παρέα διαλύθηκε.
 
Η Δυναμό σηκώθηκε και μου είπε ανεβαίνω με τους φίλους μου επάνω, όποτε μπορείς ανέβα. Πήρε αγκαζέ τον Γκατς και τον Ζάππα και έφυγε.
 
Έμεινα μόνος, σβήνοντας ο δεκαπενταύγουστος, πλήρωσα τα πάντα και ζήτησα ένα καφεδάκι.Δεν νομίζω ότι διέθετα αίμα στο κεφάλι και στην κοιλιά. Λειτουργούσα με καθαρή, ανόθευτη ρετσίνα.Ήμουν νηφάλιος, ξεμέθυστος. Σκέφτηκα πρώτη φορά τη Μαριάνθη, να΄χει ταράξει στα τηλέφωνα συγγενείς και φίλους, να διεκτραγωδεί την μαύρη της τη μοίρα και αισθάνθηκα την  οικειότητα που  έχουν τα σκουπίδια κάτω από το χαλί.
 
Σκέφτηκα ότι σήμερα, αν η ζωή το ήθελε αλλοιώς, θα ταχτάριζα τον Μάρκο, οχτώ μηνών μπέμπαντα,που  θα είχε θηλάσει τον άμπακο και θα ξυπνούσε για να ρευτεί, οπότε θα τον είχα  στον ώμο και θα έβγαζε ανακουφισμένος εκείνο το  υδαρές γιαουρτάκι που βγάζουνε τα βρέφη μετά που πίνουν το γάλα τους,και μυρίζει μια παράξενη ,αλλ όχι αποκρουστική ξυνίλα.
 
 Σηκώθηκα τρεκλίζοντας και βρήκα την πόρτα της. Χτύπησα ή μάλλον έξυσα  το ξύλο και μου άνοιξε ο Ζάππας.
 
Ήταν σκοτεινά. Δυνατή μουσική, ιταλική, στο μέσα δωμάτιο η Δυναμό χόρευε με τον Γκάτς και φιλιόντουσαν  με πάθος.
 
Ο Ζάππας  μου έκανε χώρο στο ντιβάνι, εκεί όπου  καθόμασταν την προτεραία με την ίδια, και με κοίταξε χαμογελώντας μεταξύ του είδες βρε ηλίθιε τι τραβάω; και του ό,τι και να κάνει μας αξίζει και με το παραπάνω.
 
Στάθηκα πέντε λεπτά παρατηρώντας τους με ένταση. Σε μια στιγμή γύρισαν και με κοίταξαν, στέλνοντάς μου ένα παράδοξα εγκάρδιο και ευτυχισμένο χαμόγελο.
 
Δεν τους χαμογέλασα.
 
Χάιδεψα το κεφάλι του Ζάππα και έφυγα.