• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Everlasting lust
Πάνος Θεοδωρίδης | 06.08.2015 | 03:51
Δεν είχα ιδέα από Βαρλαάμ, Ακίνδυνο και την έριδα περί Θαβωρείου φωτός εκείνον τον Αύγουστο του 1965, όταν συνέπεσε να ταξιδεύω σε ένα κουπέ τραίνου δεύτερης θέσης Θεσσαλονίκη-Οστάνδη με προορισμό το Λονδίνο.
 
Καμιά τριανταριά «υπότροφοι» ενός φροντιστηρίου Αγγλικών με παραρτήματα σε κάθε επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, και δέκα τουλάχιστον παλαιότεροι που επιθυμούσαν να επαναλάβουν την εμπειρία. Είχαμε συναντηθεί ήδη μια φορά σε μια αίθουσα στη Φιλικής Εταιρείας, δυό βήματα από τον όρχο των οχημάτων της Τροχαίας όπου βρισκόταν το τρίκυκλο του Γκοτζαμάνη της δολοφονίας Λαμπράκη για να λάβουμε πληροφορίες και υλικό για το ταξίδι.
 
Οκτώ νοματαίοι, κορίτσια κι αγόρια, σε κάθε κουπέ. Μισό βαγόνι δικό μας. Ώσπου να περάσουμε τα σύνορα στους Ευζώνους, είχε πέσει η νύχτα και είχαμε εξαντλήσει κάθε ντολμαδάκι και κεφτεδάκι που μας είχαν ετοιμάσει από τα σπίτια μας, αφήνοντας τις αργεντίνικες κονσέρβες κορν μπιφ να μας συνηρήσουν τις επόμενες δυό μέρες.
 
Ωσπου να πέσει η νύχτα, γνωριστήκαμε μέσα από τα τοτέμ του καθενός: η Έφη άφησε τα μαλλιά της αδέσμευτα καταργώντας τον κότσο, ο Χρήστος Μεμής κι εγώ αναμετριόμασταν σιωπηλοί, εκ Σερρών εκείνος, εκ Γιαννιτσών εγώ, ο ένας να διαβάζει Πάουντ και ο άλλος Έλιοτ, από φέιμπερ εν φέιμπερ, κερδίζοντας την χλαπαταγή και την εντολή εξ ουρανών πως «αυτοί είναι σπασίκλες και προχώ».
 
Σύντομα η νύχτα άρχισε να γεννά ασελγείς Σέρβους και γελαστές, ασεβείς σερβοπούλες που μπερδεύτηκαν στην γραικική μας αυθυπαρξία, κι όσο στένευαν τα τοπία του Βαρδάρη, άρχισαν οι δια νοημάτων συνεννοήσεις, τα υπονοούμενα, η έκθεση μηρών, τα πεταχτά φιλάκια, μπερδεμένα με άγνωστες λέξεις και πολύν ηλεκτρισμό.
 
Πριν ανταλλάξουμε πληροφορίες μεταξύ μας, φιλιόμασταν και το γρήγορο σάρκας γύμνωμα έγινε η καρτ βιζίτ εκάστου. Ναι ,οι περισσότεροι είμεσθεν ετών δεκαεπτά, κάτοχοι διακοσίων αγγλικών λέξεων απ΄όπου απουσίαζε η καύλα, η λέξη οίστρος και ξεγόφιασμα, η έκφραση φίλα με παντού να σε μοιράσω στα απέναντι χέρια που αναμένουν, η έκφραση δε με νοιάζει άν σε λένε Ζωράννα και σε λένε Στόικο.
 
Ωσπου να φτάσουμε στη Νίς ,που ήταν γενέτειρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου, κοιμόμασταν ο ένας πάνω στην αγκάλη της άλλης, με τις μουσούδες σιμά, με τα σουτιέν ξεκούμπωτα και τα σλιπάκια μας βρεμμένα.’Οπως πάντα.
 
Οπως σε κάθε σχολική εκδρομή, όπου τα βράδια στα ξενοδοχεία, στους ξενώνες, στα χάνια και στα απόμακρα δωμάτια που οι ελεγκτές συνοδοί δεν κατάφερναν να εντοπίσουν υπήρχε ξεσάλωμα και άγγιγμα και αυτό που λέγαμε απελευθέρωση, στην ουσία η εισαγωγή στις σκοτεινές γιορτές της σάρκας.
 
Ξημερώνοντας στο Βελιγράδι, η τάξη αποκαταστάθηκε, οι πόροι έκλεισαν, ξοδεύτηκαν τα τελευταία τυροπιττάκια κι από την ασελγή βραδιά έμειναν ξέφτια που ξεχάστηκαν ως το Βίλαχ της Αυστρίας.
 
Εκεί, ξαναγίναμε τουριστάκια, εκδρομάκια και φιλομαθή όντα, λέγαμε ανέκδοτα με τον Μπόμπο και τον Ταρζάν, ενώ στα μάτια μερικών έλαμπε το ενδιαφέρον για το γένος των αλλοφύλων ή των ομοφύλων που επιβίωνε στην βαλκανική του Μεταμόρφωση.
 
Ερωτευτήκαμε, γνωριστήκαμε, πήγαμε σε μουσεία και ταχυφαγεία, ζήσαμε την Τέητ και το I got you babe, πήγαμε στην πρώτη discotheque του Σόχο, παραγνωριστήκαμε και μαλωσαμε, ξεχαστήκαμε, αλλά ποτέ των ποτών δεν ανακαλέσαμε το γρήγορο σάρκας γύμνωμα, το λαχάνιασμα και την διψασμένη γλώσσα.
 
Και σήμερα που το σκέφτομαι, μισόν αιώνα αργότερα, ίδρωσα να το αποκαταστήσω εν μέρει καθώς τόνοι και νταλίκες από Γουόρχολ, Γουότερς και Ντιβάην, Βέντερς και Παζολίνι, και μια λέμφος από liquid sky και Νταλεσσάντρο έσπρωξαν την ανάμνηση στο περιθώριο των εφηβικών μου στίχων και του στικτού από ανατριχίλα δέρματος.
 
Τελικά, διαλέγεις το σώμα του Παλαμά ή το σώμα του Βαρλαάμ και τα υπόλοιπα, κενές θεολογίες και ξυράφια του Όκκαμ.