• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Από τον Μπράντο στον Μπογδάνο
Πάνος Θεοδωρίδης | 29.06.2015 | 03:45
Στον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ, ένα έργο που στηρίχτηκε στον Πλούταρχο, υπάρχει μια συγκλονιστική δεύτερη πράξη.Ο Βρούτος στο forum εξηγεί στον ρωμαϊκό λαό τον λόγο που σκότωσε τον Καίσαρα.  Ο λαός τον πιστεύει.Όλα δείχνουν ότι οι συνωμότες θα αλλάξουν υπέρ αυτών το σάστισμα του πλήθους.
 
Αλλά ο Βρούτος, παρά την αντίθεση του Κάσσιου, έχει δεχτεί το αίτημα του Μάρκου Αντωνίου, που ήταν αφοσιωμένος στον Καίσαρα, να τον νεκρολογήσει και να τον βάλει στην νεκρική πυρά, με μόνον όρο να μη πει τίποτε εχθρικό προς τους δολοφόνους του.
 
Ο Αντώνιος, με μια ασύλληπτη ρητορική επιδεξιότητα, συναρπάζει το πλήθος, φωτίζει την αφοσίωση του Καίσαρα στον απλό άνθρωπο, δείχνει τις πληγές που του επέφεραν οι δολοφόνοι κάνοντάς τους να φρίξουν και στο τέλος βγάζει και τους διαβάζει την διαθήκη του, όπου ο Καίσαρας έχει κληροδοτήσει στους πτωχούς μεγάλες παροχές.
 
Το πλήθος μανιάζει και τρέχει να αφαλοκόψει τους συνωμότες, ενώ ο Αντώνιος πηγαίνει στον Οκταβιανό για να αντιμετωπίσουν τους εναντίους.
 
Αυτή η αφήγηση και οι αντιστίξεις της (Ρώμη-Ευρώπη, Καίσαρ-η Κομισιόν και το Eurogroup,populus Romanus-η ελληνική (τουλάχιστον) κοινή γνώμη, «δολοφόνοι του Καίσαρος»-οι Έλληνες συριζικοί, Βρούτος και Κάσιος –Τσίπρας και Βαρουφάκης) οδήγησαν τον Γιουνκέρ να ψάχνει πυρετωδώς το αντίστοιχο της διαθήκης του Καίσαρα που θα μετέτρεπε την ελληνική κοινή γνώμη, από ακατάδεχτη αρνήτρια της ευρωπαϊκότητας, σε φανατική νοσταλγό της Ηγεσίας που μοίραζε ΕΣΠΑ, ΜΟΠ και άλλα αγαθά, όπως ταμεία συνοχής, περιφερειακά και leader.
 
Γι αυτό και έψαχνε έναν άτριβο και αμέτοχο στην διαφθορά και στην εξαπάτηση Έλληνα, τον οποίον τιμούσαν οι συμπατριώτες του απόλυτα, να του αναθέσει τον ρόλο του Μάρκου Αντώνιου.
 
Ο Γιουνκέρ, ως σκηνοθέτης της παράστασης, γνωστός απόφοιτος του Actor’s studio: πονηρό ματάκι, βονβιβέρης, λάτρης του απογευματινού μπράντι, φαγάς και γουστόζος.
 
Στο τέλος κάτι βρίσκει στα props.
 
Είναι ένα non paper που ο Τσίπρας φεύγοντας για να «δολοφονήσει το ευρώ» ξέχασε στην αίθουσα συσκέψεων, στα χέρια της Καλπουρνίας, ενός συμβούλου που τον είχε αφήσει για τα μάτια να διαπραγματεύεται και του είχαν δώσει μικρότερο ΦΠΑ και άλλα δευτερεύοντα γραμμένα.
 
Μικρή διαθήκη, αλλά έκρυβε την  δυνατότητα στον ηθοποιό που θα έπαιζε τον Αντώνιο, να φωνάξει «ψεύτες, ψεύτες» στους ούτως ή άλλως ψευδόμενους έλληνες κυβερνητικούς.
 
Οπότε, τα επαπειλούμενα «γιούχα» και «όχι», ήλπιζε να γίνουν «ναίσκε, σπολλάτη και σόρι» στο κοινό της εκδήλωσης.
 
Απόμενε το δύσκολο.
 
Ποιος θα αναλάμβανε τον ρόλο.
 
Έκανε οντισιόν σε Σαμαρά, Φώφη και Σταύρο, τον έπιασε ζαβλαμάς. Ανίκανοι. Ασυμπάθιστοι. Ξυλάγγουρα.
 
Σκέφτηκε ακόμη και τον Ρουβά. Λίγα πράματα.
 
Τρελάθηκε με την χαζομάρα του, να δώσει τους ρόλους των αμυντόρων της Δημοκρατίας στον Γιάνη Κούρκουλο, στον Αλέξη Μπάρκουλη, στον Αλέκο Μανέλλη, στην Ζωή Νοταρά και σε άλλους μιμητές του Στολίγκα, του Σταυρίδη, του Αγκόπ Σπαρίδη και στο καστ του «Ρόδα, τσάντα και κοπάνα».
 
Οπότε κατέληξε σε κάτι καρατερίστες από τα μπουλούκια, που ήταν φτηνοί.
 
Μείωσε τον ρόλο τους στο να λένε ρυθμικα «πσέματα ,ούλα πσέματα» το συνεργείο του Σκάη και μερικοί του πρωτοΘέμου, ενώ ως Μάρκο δεν σκέφτηκε να εμπιστευτεί τον Σεφερλή, αλλά τον Μπογδάνο.
 
Και του έδωσε την ιδιώνυμη ατάκα «πσώμματα, ούλα πσώμματα» και τον ορμήνεψε να παίζει σοβαρός. Έστειλε και την διαθήκη-non paper και περίμενε.
 
Δεν έπιασε. Ο κόζμος βαρέθηκε και το έδειχνε.
 
Οπότε, παρά το ότι ο Ζαν Κλωντ επιθυμούσε την ρολάρα του «εγώ ο Κλαύδιος», αναγκάστηκε να ζητήσει από το βεστιάριο τα ρούχα του Μαρκαντώνιου και βγήκε ο ίδιος στο πάλκο.
 
Δεν ήταν βέβαιος πως θα άλλαζε τη διάθεση του θεατρόφιλου κοινού, αλλά υπήρχε και μιά μαγιά από μπρεχτικούς, στανισλαβσκικούς και γκροτοφσκικούς χαρακτήρες, πάνω στους οποίους θα μπορούσε να στηριχτεί.
 
Να ζητάν οι θεατές φουντούνια και να μη διαθέτει το κυλικείο, να αδειάσει το ψυγείο από μπεβεράτζια, να κλείσουνε τα ΑΤΜ και βγαίνοντας από το έργο, να μένουν από βενζίνη.
 
Και καθώς από Ελλάδα, οι συντελεστές της παράστασης ήξεραν πως εκεί οι πρόγονοι παντρεύονταν τη μάνα τους και σκότωναν τον πατέρα τους κι αυτό το έλεγαν tragedy, αφέθηκαν στην ελπίδα πως η λόρδα, η αψιλία και το στεγνό ρεζερβουάρ, θα ήταν επαρκείς σύμβουλοι μεταστροφής.
 
Ώσπου να πλακώσουν οι πρακτικοί αλαλάζοντες παραγωγοί, όλοι Αμερικάνοι, που έβλεπαν να χάνουν τα λεφτά τους, πιέζοντας να κατέβει η παράσταση, ο Γιουνκέρ έκλαιγε στον ώμο των συναδέλφων του από άλλους θιάσους .
 
Μόνον ο Ιταλός "ούνα φάτσα" Ρένζι, τον παρηγόρησε: οι Έλληνες ξέρουν τον Σαίξπηρ από το σινεμά και τα «κλασικά εικονογραφημένα». Απεναντίας έχουν κάνει τατουάζ μια φράση του Μακρυγιάννη προς τον Δεριγνύ, εκείνην με τη μαγιά και το τρεμπιέν, ενώ λατρεύουν συγγραφείς που στέλνουν το «τις πταίει» στον αντίπαλο, όπως ο Ομηρος και ο Αισχύλος. Δεν αντιλαμβάνονται την ηθική ευθύνη. Κρατούν για το εαυτό τους το shoot them all και προτιμούν Τρώες και οι Πέρσες να φιλοσοφούν. Αγνόησέ τους, θα μεταστραφούν όποτε αυτοί κρίνουν.Η στείλε τους ένα ξαφνικό πραξικόπημα, να κάνουν δέκα χρόνια να συνέλθουν.
 
Μπούλσιτ,μουρμούρισε ο Σόιμπλε που παρακολουθούσε το κλάημα.
 
Το «ναι» έπρεπε να το εμπιστευτείς σε παγκοσμίου εμβέλειας φίρμα. Ανεπίληπτη. Οι Έλληνες έχουν τον τρόπο να λιχνίζουν κάθε λεπτομέρεια συμπατριώτη τους. Τον φέρνουν στα μέτρα τους και δεν τον σέβονται. Μόνον μερικούς νεκρούς εκτιμούν.Ο Σουλτς και ο Γέρουν είναι καλοί για τις πέραν των Άλπεων επαρχίες.Ο Αντώνιος που θα τους πείσει πρέπει να χαντακώνεται από Κλεοπάτρες, να ακούει τις μουσικές μυστικού θιάσου και να ξέρει να κουνάει μαντίλι σε ό,τι χάνει.Αν δεν τους πείσουν οι ελλείψεις και δεν τσιμπήσουν εντασσόμενοι σε τάγματα ασφαλείας, μόνον αλλαγή κυβέρνησης μας σώζει.