• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ed Wood
Οι καμποτίνοι
Πάνος Θεοδωρίδης | 09.06.2015 | 03:17
Ντρέπομαι που το λέω, αλλά όταν στα τριάντα μου ,κάποιος που εκτιμούσα με χαρακτήρισε καμποτίνο, αισθάνθηκα την ζέστη και την θαλπωρή του μοιχεπιβάτη της ζωής που την έχει καταβρεί ανάμεσα στα σκουπίδια κάτω από ένα χαλί, το οποίο δεν τινάχτηκε ποτέ.
 
Επιτέλους, ανήκα στο mainstream.Ήμουν μέρος του ανθρωποφάγου δάσους των ιδεών που κατέστρεφαν την χλωροφύλλη της ανθρώπινης φύσης. Μιας φύσης ικανής να απωθήσει στα αζήτητα κάθε πρωτοβουλία αλληλεγγύης, φιλίας, διαλόγου και πρακτικών λύσεων. Αισθανόμουνα κοριός σε περιβάλλον ακάρεων, φθειρών και ψύλλων.Είχα την πολύτιμη ασυλία: καμία τιμωρητική διάθεση δεν θα είχε εφαρμογή στην κορεοσύνη μου. Έτσι και δοκίμαζαν να με πατήσουν, θα γέμιζα βρώμα  και δυσοσμία το δωμάτιο.
 
Η επιβίωση του καμποτίνου είναι εύκολη. Ντόλτσε φαρ νιέντε. Θεωρητικά, και υψηλά στην αξιακή κλίμακα, πάντα υπάρχει ο κόπος του ηθοποιού, το τρακ του, η μέθεξη και η κάθαρση.Το βλέμμα. Η χρήση της σιωπής.Δεκαετίες μπορεί να περάσει κάποιος αφανώς, με πλήρη επίγνωση πως την έχει βαμμένη. Απεναντίας, όποιος γουστάρει να ακούγεται, δεν χρειάζεται καμία τέχνη της γραφής, καμία έκφραση εσωτερικής αντινομίας. Βγαίνει στο παζάρι ,σε ένα αδιάφορο πλήθος και κραυγάζει «γαμιέστε» ή «πάρτε τ΄αρκίδια μου». Το πλήθος κοιτάζεται, γελάει, αισθάνεται θυμηδία. Ο καμποτίνος είναι ο πρώτος που θα φωνάξει «χασάπη γράμματα», ο πρώτος που θα υιοθετήσει το «γαργάλατα» ή το «πουστάρα».
 
Από τον σταθμό ενόπλων, μια φορά την εβδομάδα, δίπλα στα «νέα ταλέντα» του Γιώργου Οικονομίδη, και στις μούτες του δίδυμου Μανέλλη- Σπαρίδη, ακουγόταν μια επιθεώρηση από ένα θέατρο που αργότερα το ονόμασαν «Θησέα». Συνήθως ήταν από τον θίασο του Ραφαέλο Ντενόγια. Ανάμεσα στους ηθοποιούς, ο δημοφιλέστερος λεγόταν Προβελέγγιος. Δεν τον είδα ποτέ μου. Τον άκουγα και άκουγα τα γέλια του κοινού. Το νούμερό του ήταν πολύ απλό. Έπαιζε τον βάρβαρο βλάκα.Κορύφωση του δεκαλέπτου του, ήταν δυό ατάκες. Σε πλήρη συνέχεια. Μιλώντας σε κάποια μπελατρίς, φώναζε «αλετερούρ!» και το μικρόφωνο μπούκωνε από τα χάχανα. Μετά, μιά ανυπόμονη παύση. Το κοινό κρατούσε την ανάσα του για να ακούσει το ποθούμενο.Ώσπου το έβγαζε: «Ζαμάν φου!» Νέα έκρηξη.Ως παιδιά ,ρωτούσαμε θειάδες και μανάδες τι  θα πει αυτό. Όλες, μα όλες,απαντούσαν πως σημαίνει «στα τέτοια μας, παιδί μου».
 
Στο δημοτικό,οι καμποτινισμοί ήταν τέσσερις. Όταν στα θρησκευτικά ακούγονταν πως ο Ιησούς θεράπευε «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ» και το γλωσσάρι, ερμήνευε την μαλακία ως «ελαφρά ασθένεια». Και σε ένα αναγνωστικό, ένας συγγραφέας περιέγραφε κάποιον που «τυλίχτηκε στη μάλλινη καπότα του»,πράγμα που ήταν επίσης ιλαρό. Την τριάδα συμπλήρωνε ένας έρμος εξερευνητής που λεγόταν «Τζοβάνι Καμπότο» και τον έπιανε κι αυτόν η μπάλα, ως καπότο. Την τετρακτύ, συμπλήρωνε η Γεωγραφία: στην Πολυνησία του Παγκόσμιου  χάρτη που ήταν αναρτημένος στην αίθουσα της Έκτης, διαβάζαμε μεταξύ Μαλαισίας και Σουμάτρας «τον πορθμό της Μαλάκας».
 
Αυτές οι εμμονές δεν ήταν αυτοφυείς, επειδή στα πάρκα και στις αυλές άδειων σπιτιών που παίζαμε, οι καπότες ήταν πιό πολλές από τα ραδίκια και τα αυλούκια.
 
Μπορεί σήμερα αυτά να σας φαίνονται παιδικότατα και αφελή, αλλά στην ουσία ήταν οι μόνες λεκτικές κορυφές που έκρυβαν στην θυμηδία τους, πλήθος απαγορευμένων πράξεων εξαιρετικά αγαπητών.Να κουλουριαζόμαστε στην πίσω αυλή του σχολείου μονολογώντας «κακές λέξεις», όπως «μουνί», «πούτσα» και «κώλος». Η να τραγουδάμε το «μάνα μου Νίκος πέθανε, ν΄ανάψω λίγο το κερί, στου αρχιδιάκου την αυλή». Η να κάνουμε του κόσμου τα σαλτανάτια με τις μύξες μας.Κι αυτά, πριν επιπέσουν οι ορμόνες επί των σωμάτων μας, με αποτέλεσμα καθαρούς ,λαμπρούς εν ενοχή σαδομαζοχισμούς.
 
Αυτή η ακολουθία συνειρμών, με απάλλαξε από την επώδυνη διαδικασία να καταλάβω έστω και μια λέξη απο την εκπομπή του Χατζηνικολάου, που μόλις τέλειωσε, με τον Βασίλη Λεβέντη να λέει ,μόνος αυτός, δυο λογικά πράγματα στη σειρά,σε μια παρωδία πολιτικής συζήτησης με συμμετοχή κοινού, από έμφρονες ανθρώπους που  μετήρχοντο το λειτούργημα του καμποτίνου, μόνο και μόνο για να γλυτώσουν την ουράνια φάπα ,η οποία κυκλοφορούσε πάνω από τους προβολείς της εκπομπής.
 
Κατά τα άλλα, μιά χαρά είναι κάτω από το χαλί. Μόνο που τώρα, χειριζόμαστε τη λέξη Χάμπερμας κι όχι το στάκαμαν και την έκφραση τρόικα εσωτερικού, αντί την εθάδα ιαχή τσαταλίνα ματαλίνα και στον κώλο σ΄μια σουλήνα.
 
Σιγά μη είμαστε ζήτημα φωτός.