• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο χρόνος του Φίδου
Πάνος Θεοδωρίδης | 30.05.2015 | 02:10
Ένας κύριος Άκης τσεκούρωσε ένα φίδι, περιφέρεια Σερρών, και εξήγησε στο ρεπορτάζ ότι το σερπετό απειλούσε μια γάτα και στον ίδιο έκανε «φσσσσσσς».
 
Ο όφις της Εύας και το πνεύμα Πύθωνος μας έφαγε και πάλι. Το χρωστάμε στην Βίβλο, διότι ώσπου να τα τινάξει η αρχαιότητα, έμπειροι μάγοι, όπως εκειός ο Αλέξανδρος που μνημονεύει ο Λουκιανός είχε βρει κάτι ήμερους φίδαρους στη Μακεδονία, που χρησιμοποιούσε και η Ολυμπιάδα στα μυστήριά της, και μάγευε τον κόσμο.
 
Όχι πια.
 
Το πρώτο νεκρό ζωντανό που είδα στη ζωή μου ήταν ένα φιδάκι που πλησίασε την βρύση της αυλής του Τσιρέλη, εκεί που πίναμε νερό βάζοντας το στόμα στην κάνουλα, ταγγιασμένοι από το παιχνίδι και ήρθε η κυρία Κανέλλα η γειτόνισσα με μια τσάπα και το έκοψε μερίδες.
 
Κι όταν ακούγαμε «φίδι, φίδι» ήταν ευκαιρία κι αφορμή να σφαγιάσουμε ελεύθερα το ζωντανό.
 
Ο κύριος Άκης σκότωσε έναν λαφιάτη.
 
Ο Μάιος είναι η εποχή που ζευγαρώνουν. Είναι μεγάλο φίδι, ίσαμε δίμετρο. Και να σε δαγκώσει, δεν σε βλάφτει. Αφήνει ένα σημάδι, σαν το ίχνος της γλώσσας το οβάλ, του πλακέ ψαριού στην άμμο της θαλάσσης,ώστε να ξέρεις που να καρφώσεις με την τρίαινα.
 
Είναι από τα φίδια που συντροφεύονται και έχουν ένα όπλο: δένουν κόμπο την ουρά τους και αν ενοχληθούν ( η άν σκοτώσεις το ταίρι τους) σηκώνουν ψηλά τον κόμπο και σε βαράνε σαν πυγμάχοι.
Σε μια ανασκαφή είδα έναν εργάτη με μελανιές στο πρόσωπο και μου τα διηγήθηκε.
 
Αλλά γενικώς, τα συναντάς και εξαφανίζονται.
 
Σε μια ανασκαφή που είχαμε κόψει το παραδοσιακό τους πέρασμα διαγωνίως στην φάτσα ενός νερόμυλου, δεν ήξεραν βέβαια πως τους χαλάσαμε το μονοπάτι και έπεφταν επάνω μας, τρία-τέσσερα ημερησίως.
 
Στο τέλος βαρεθήκαμε να τα πετάμε έξω πιάνοντάς τα από την ουρά,πατώντας τα στο κεφάλι και έφερα από Σαλονίκη γαλατάκι εβαπορέ, και το τοποθετούσαμε στα είκοσι μέτρα, σε ένα κομμένο πλαστικό μπουκάλι και πήγαιναν καρφί εκεί και ησυχάσαμε.
 
Πολλές γάτες παλεύουν με τα φίδια.
 
Οι οχιές, πρέπει να είσαι πολύ βλάκας για να τις πατήσεις και να σε δαγκώσουν. Αλλιώς φεύγουν ή μένουν ακίνητες.
 
Παρεκτός και φοράς άρβυλα, τις πατάς επίτηδες και μετά τους κόβεις το κεφάλι με ένα μαχαίρι βατραχανθρώπου, όπως είδαμε να πράττει συμφοιτητής μας Καστοριανός στα μέρη του Αλιάκμονα.
 
Ένας που ήξερα, κέρδιζε εισόδημα πιάνοντας οχιές με ένα δίχαλο, τις έπιανε με το δεξί από το λαιμό και έβαζε γυάλινο ποτηράκι στο ανοιχτό τους στόμα.Πίεζε τα δυο δόντια του φιδιού,έβγαινε το φαρμάκι διάφανο που γινόταν υπόλευκο στον πάτο του ποτηριού. Πού το πουλούσε δεν ξέρω.
 
Άλλος μου διηγήθηκε πως αχρήστευε τα ιοβόλα σέρνοντας κάτι μάλλινο να σκαλώσει στα δόντια τους και τα έχαναν μέσα στο μαλλί. Επι χρόνια παιδιά στο χωριό ,πουλούσαν θρεμένα βατράχια στους Ιταλούς με το κομμάτι.Αυτή η πληροφορία δεν έχει σχέση με τα φίδια, αλλά με την καλύτερη τροφή τους.
 
Σπουργίτια, αχινούς και πεταλίδες που κατά καιρούς σαϊτεύαμε ή ξεκολλούσαμε, τα τρώγαμε επί τόπου . Αυτό λέγεται και ιδιοποίηση, οποία στην παιδική ηλικία είναι ιδιαζόντως υψηλή,χωρίς να λογαριάζω την εθιμική φυτοφαγία γαϊδουράγκαθων, τσουκνίδων και του ψωμιού από τις μολόχες.
 
Μου παίνευαν έναν γέροντα που έπιανε τις οχιές και δεν τον πείραζαν και έκανε διάφορα σαλτανάτια ζογκλερικά. Ζήτησα από το συνεργείο της τηλεόρασης που συντύχαμε εκεί για αρχαιολογικά, να το κάνουμε θεματάκι.
 
Είδε ο γέροντας συνεργείο, ψάρωσε, ίδρωνε και είχε τρακ. Έφερε μιά οχιά, αλλά έτρεμε και η οχιά του έρριξε μια δάγκα, πρώτη φορά στη ζωή του. Τον πήγαμε στο νοσοκομείο.
 
Ένας σε μιαν άλλη ανασκαφή, υποστήριζε ότι τους λαφιάτες τους έβαζε χάμουρα από σπάγγο και τους πήγαινε βόλτα.
 
Ξανάγραψα ότι οι Βούλγαροι οικονομικοί μετανάστες που ήταν συσταζούμενοι άνθρωποι, δικαστές και μηχανικοί, ντρεπόντουσαν να δείξουν την πείνα τους και ο Πλατανοπόταμος έχασε όλες τις χελώνες του (και οι χελώνες είναι σερπετά). Τις μαγείρευαν βάζοντας φωτιά γυρνώντας τες ανάποδα ,μέσα στο καβούκι τους.
 
Επίσης μια καρέτα καρέτα που βρέθηκε στα ρηχά στην  Τορώνη, την φέραμε στην άμμο και βάλαμε το παιδάκι του Μιχάλη, τρίχρονο, να καβαλήσει τη χελώνα και τον πήγε τσοτσό αρκετά μέτρα, ώσπου η κυρά Καρέτα το ξεφορτώθηκε και έφυγε. Αυτό έγινε στην μικρή αμμουδιά που είχε στα ρηχά τη μεγάλη νάρκη.
 
Και στον ζωολογικό κήπο της Σόφιας επί Ζίφκοφ είχε ένα θερμοκήπιο και είδα πάρα πολλά φίδια.
 
Και στις συζητήσεις στα καφενεία ,άκουσα πολλά για σπιτόφιδα που τα θεωρούσαν γούρικα και δεν τα πείραζαν.Στο σπίτι του πατέρα μου στην Αγροσυκιά, το παλιό, είχαν φίδι στη στέγη, αγαθό.
 
Στον Χορτιάτη, ψηλά στα χρυσωρυχεία, στο ρέμμα της Περιστεράς, έψαχνα το χωρίον της Τζεχλιάνης και σε μιάν ανάβρα είδα ένα στικτό φιδάκι μέσα στο παγωμένο νερό. Μου είπαν να προσέχω, διότι παραφυλάει τα θηλαστικά που πίνουν νερό και πετάγεται σαν σαϊτα και τους τρυπάει το λαιμό και πίνει το αίμα τους.
 
Και στο ρέμα που κατεβαίνει από το υδραγωγείο στη Θέρμη, στα Πλατανάκια, έψαχνα τη δέση των μύλων και βλέπω έναν πυθωνάκο δίμετρο που μόλις είχε καταπιεί έναν αρουραίο ή βάτραχο και φούσκωνε στη μέση από τον όγκο του θύματος και ήταν πολύ αργός. Ανέβαινε δύσκολα το ρέμμα, μαζί μου που τον πρόσεχα από την άλλη όχθη. Συμπορευτήκαμε επί εκατό μέτρα, σε έναν αργό, φυσιολατρικό περίπατο.
 
Μόνο μια φορά κοψοχολιαστήκαμε με τον Σταμάτη, καθώς περπατούσαμε από την Μεγάλη στη Μικρή Βόλβη και κορακιάσαμε και ένας βοσκός έξω από το καλύβι του Ταρζάν τον Κατζόρλακκο είπε που είχε μια πηγή στο ένα μίλι, αλλά μας είπε να προσέχουμε επειδή το νερό το φυλάει ένα μεγάλο φίδι και αυτός δεν πηγαίνει εκεί τις κατσίκες του.
 
Φυσικά τον περιφρονήσαμε, επειδή είχαμε περάσει ναρκοπέδια και εγκρεμνούς, οπότε πήγαμε να πιούμε νερό.Και μέσα στα σύθαμνα υγρό και λαμπικαρισμένο φάνηκε ένα απίστευτα μικρό πλην κινούμενο μέρος του φιδιού και τμήμα της κεφαλής του τόσο μεγάλο που παγώσαμε και μετά του δίνουμε ένα φευγάκι και τρέχουμε πίσω στον χωματόδρομο με κρύον ιδρώτα να βρέχει το μέτωπο.
 
Και στον Παράδεισο του Νέστου ψάχναμε πέριξ ενός λόφου γιά τειχογυρίσματα και ένας χωροφύλακας με ένα μηχανάκι μας φώναξε να έρθουμε κοντά του και επιστρέφοντας ανάμεσα στα βάτα, προσπερνούσαμε ή ενοχλούσαμε πλήθος φιδιών, ήταν ένας μεγάλος φιδότοπος, αλλα δεν μας ένοιαζε επειδή στο μηχανάκι ήταν ο Νόμος και θα μας ζητούσε ταυτότητες ρωτώντας τι ζητούν οι μαλλιάδες ντυμένοι βελουχιώτηδες στα τίμια χώματα της επικράτειάς του και ήταν το μόνο που μας ένοιαζε: θα περνούσαμε δυό ωρίτσες φιλική ανάκριση, ώσπου το χαρτί που υπόγραφε ο Χαράλαμπος Μπούρας να τους μαλακώσει.
 
Όλα αυτά ήταν μιά πελώρια πολιτική αλληγορία επίτηδες σκεπασμένη με φιδοπουκάμισα και φίδια κολοβά για να μη γίνει αντιληπτή.Δεν έχει επίσης κανέναν φιδέμπορα.