• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Κυψέλες
Πάνος Θεοδωρίδης | 29.05.2015 | 04:36
Στην ταινία «Ο Θύμιος τα χει τετρακόσια» που προβλήθηκε χτες το μεσημέρι, στο ζάπινγκ πρόλαβα ένα πλάνο δευτερολέπτων γενικό, με φόντο τον Λυκαβηττό, που έδειχνε, έτος 1959, γυμνές από κουφώματα πολυκατοικίες, λευκές ,έως τετραόροφες το πολύ,παρόμοιες μεταξύ τους,και μετά, ο Ορέστης Μακρής μπήκε στο δωμάτιο του Χατζηχρήστου και τον βρήκε να κοιμάται με μιαν άγνωστη και ολόγυρα πετάριζαν δυο κότες που είχαν φύγει από το καλάθι του.
Αυτές οι πολυκατοικίες έμοιαζαν με τα σκίτσα τους, που βρισκόταν στις διαφημίσεις του λαχείου Συντακτών και μοίραζε, εκτός από λεφτά, το μέγα βραβείο: ολόκληρες πολυκατοικίες, διαμερίσματα, και ακίνητα γενικώς. Μάλιστα είχε κάνει μεγάλη εντύπωση που ένας αδελφός πρωθυπουργού, ακούστηκε πως κέρδισε ένα διαμέρισμα ή περισσότερα-δεν θυμάμαι.
 
Εκεί, εκεί ,στην Εθνική περηφάνεια, κέρδιζες το μέγα έπαθλο, που ήταν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι , πιο πολύτιμο για τον ιδιωτικό τομέα, αφού εξασφάλιζε τον παίχτη να κατέχει διαμερίσματα από τα οποία μπορούσε να έχει μηνιαίο εισόδημα από ενοίκια, αντί να τα φάει στις ντιζέζ και στα κωλάδικα της εποχής.
Χωρίς καναζίνες, χωρίς χτιστό βαρέλι στην κουζίνα να θερμαίνει το νερό, χωρίς την περιέργεια του ομίλου των βραδυνών κουτσομπολιών, όταν οι έφηβοι γυρνούσαν από τα ραντεβά στο δίπατο.
 
Με την φορμάικα και τα έπιπλα με τα στραβά πόδια, με ραδιόφωνο- πικάπ-έπιπλο, με ψυγείο και ντους, με λεκάνη στην τουαλέτα και το καλάθι να κρέμεται από τα μπαλκόνια των χαμηλών ορόφων, ώστε ο περιπτεράς και ο Έβγας να βάζουν τα καθημερινά γιά τους άτεκνους ιδιοκτήτες.
 
Και να πρέπει να διαβάζεις, ότι τότε, μαλάκα Πετεφρή, ζούσες «το τέλος της μετεμφυλιακής αυταπάτης και την απαρχή της αντιδραστικής ιδεολογικής ηγεμονίας των υπαρξιστών και εν συνεχεία της τζαζ, των ρολινστόν και των χίπιδων». Αμένσιοτα το παραθέτω, διότι σε πολλά συμφωνώ με τον συντάκτη του και δεν θέλω εμφύλιους.
 
Αλλά ως αρχαίος ρολινστής και ροκανρόλας, μπορώ να διαβεβαιώσω ότι ο λάτρης της τζαζ της εποχής ήταν μεσοσταθμικώς ένα σπάνιο είδος στην αγορά, σε άκρα αντίθεση με το χιπαριό, που επίσης βαρυόμουνα και είχα ασκηθεί να αντιπαθώ και πως οι υπαρξιστές δεν σήμαιναν Σαρτρ και στα μαύρα ντυμένες Ζουλιέτ Γκρεκό, αλλά την παράγκα του Σίμου, πασίγνωστου ιδεολογικού ηγέτη που συμπύκνωνε για τους εμφυλιογενείς γονιούς το υπέρτατο στάδιο της άγονης συμπεριφοράς.
 
Και ως ρολινστής και ντυλανικός δεν σταύρωνες κλεφτό φιλί μήτε μούχτι και μουντάρισμα στα κάλλη της  ντάμας σου και  η «εμφυλιακή αυταπάτη» ήταν πιο βαθιά σκαμμένη αλεπότρυπα στον ραγισμένο βράχο της εκκλησίας, της διοίκησης και της ανασυγκρότησης.
 
Και δεν ήσουν καν στην «άλλη πλευρά» διότι αριστεροί και δεξιοί το ίδιο σάπιζαν στο ξύλο τα κορίτσια τους που αργούσαν στο ραντεβού, παρεκτός και τα κάλυπτε η μάνα που τα προλάβαινε στην πόρτα να τα κρύψει βγάζοντάς τους στο χωλ τα σκουλαρίκια και το ρίμελ.
 
Δεν υπήρχε,κοντολογής, καμία προσωπική δραπέτευση στα χρόνια του «σταθμού ενόπλων» και της «φωνής της αλήθειας».
 
Υπήρχαν απολύτως παροδικές μειοψηφίες που λειτουργούσαν ως χωματερές κατάκρισης και χλευασμού σε μια κομπάκτ κοινωνία χωρίς κιάρο-σκούρο, στην καρδιά του ψυχρού πολέμου.
 
Κι αν σήμερα γεμίσαμε αγωνιστές κατά της χούντας, ρεμπετολαγνους και λάτρεις του Μπάντι Χόλι και των Κρημ, είναι επειδή μπλέξαμε τα μπούτια μας σε μια κοινωνία που δεχόταν τους γιεγιέδες, τους λάτιν, το «λεωφορείον η μελωδία» και τους μονίμως αδιάβαστους χρυσόδετους τόμους των Ρώσων κλασικών που τους αγόραζαν ως πρόφαση για να δικαιολογηθεί ένα επιπλάκι ραφιέρα που βάφτιζαν βιβλιοθήκη και έκρυβαν βασικά τις οικονομίες της οικογένειας.
 
Γι αυτό και ο Χατζηχρήστος πήρε την καλαθούνα από την Μακρακώμη και συνέχιζε να παίζει στους σινεμάδες, μπροστά σε θεατές που έφτυναν τα μούτρα τους καθημερινά, θεατές που πέθαναν ή αργοπεθαίνουν μέσα στην χλεύη.