• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Μι φάουλ; γιου φάουλ!
Πάνος Θεοδωρίδης | 27.05.2015 | 04:45
 
Είχα σε εκτίμηση την δημοσιογραφία, αφού κάλυπτε την ανάγκη μου για ενημέρωση, αλλά όχι και σε μεγάλη υπόληψη:αρκούσε να κοιτάξω τα αναρτημένα στα περίπτερα φύλλα της «Μακεδονίας» και του «Ελληνικού Βορρά», η τις διασταλτικές τοπικές ερμηνείες που διατύπωναν η «Εθνική πνοή» και η «Ηχώ του κάμπου» των Γιαννιτσών, για να καταλάβω, εξ απαλών ονύχων πως ο τύπος εξέφραζε πολιτική γραμμή και τα γεγονότα εμφανίζονταν διαφορετικά.
 
Αλλά την ίδια αίσθηση είχα ακούγοντας την ραδιοφωνική βιβλιοθήκη του ΕΙΡ Γιαννη Μαγκλή και Τάσο Αθανασιάδη. Και μήτε στιγμή δεν σκέφτηκα πως υπήρχε ένας ενδιάμεσος πόρος, όπου μπορούσες να περάσεις το ποτάμι περπατώντας, χωρίς γέφυρα ή κολύμπι.
 
Διάλεγα στρατόπεδο μόνον όταν διάβαζα Νίκο Αθανασιάδη («Πέρα από το ανθρώπινο») και Αλέξανδρο Κοτζιά («Πολιορκία»)
 
Αυτό που με τάραζε, ήταν όποτε μάθαινα ότι αριστεροί δημοσιογράφοι, έβγαζαν  κάλους στα δάχτυλα γράφοντας σε συντηρητικές εφημερίδες.
 
Άμεση επίπτωση σε αυτά, ένα είδος Saturday night fever, τον καιρό που δέναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα:  ο σαραντάρης με οικονομική άνεση που έφτανε στους πάγκους των εφημερίδων, σκανάριζε όλα τα ντανιασμένα φύλλα και αποχωρούσε κρατώντας ποτέ λιγότερες από τέσσερις εφημερίδες για ξεκοκάλισμα, συχνά περισσότερες. Πριν αρχίσει η συνήθεια με τα «δώρα».
 
Η ιδιωτική τηλεόραση κυριάρχησε την εποχή που ο υπαρκτός σοσιαλισμός άρχισε να υποχωρεί άτακτα.Τότε πρέπει ο διευθυντής ειδήσεων να λειτούργησε ως κακός αγωγός της πληροφορίας.
 
Και το πιο αδάπανο και δημοφιλές σπορ, ήταν να μιλάς για την έκπτωση των αξιών και άλλα μελοδραματικά.
 
Το «μας κυνηγούν», το «καλά τα πάει η κυβέρνηση, αλλά πάσχει επικοινωνιακά», το «που πας Καραμήτσο χωρίς υποστήριξη καναλιών και εφημερίδων» ήταν συνήθης κατακλείδα των υπουργικών συμβουλίων.
 
Και κατέληγε συνήθως στην οδηγία «πορευθήτε προς τον λαόν και πήξτε τον στην ενημέρωση, διότι δεν γνωρίζουν το έργο μας»
 
Πέρασαν τα χρόνια, τα πρωινά πάνελα απέκτησαν εραστές κομμάτων και μερικές βραδινές διαδηλώσεις τον Κανελλάκη τους. Τον θυμάμαι να είναι εκ των πρώτων που δεν έκανε περιγραφή μιας πορείας, αλλά έλουζε τον Μπους και τον Κλίντον.
 
Πέρασαν άλλα τόσα χρόνια. Δεκαετία του 2010, πλέον. Η ενημέρωση στην Ελλάδα επέστρεψε στα παλιά της λημέρια:
 
Η κυβερνητική αγωνία να προβληθεί το έργο της.Η άλλη αγωνία  ενός δικού μας καναλιού.
 
Η αντιπολιτευτική αντίδραση να ζητά επίμονα  αλλαγή τακτικής με πλήθος επιχειρημάτων, ενίοτε αυτοαναιρούμενων.
 
Και ,όπως ο μηχανισμός των νικητών του εμφυλίου και η Αυλή, διέθεταν μόνιμα στηρίγματα όχι στην ενημέρωση, αλλά στην καθαρή προπαγάνδα, εμπλουτισμένη με την σαγήνη οικογενειακών στιγμών των Ανάκτων ή μουσική που άρεζε στην πιτσιρικαρία, ένας μηχανισμός υπέρ της σωτηριώδους επέμβασης της Ευρώπης στα καθ΄ημάς, λειτουργούσε και λειτουργεί, ανεξάρτητα από το ποιος διαχειρίζεται την κυβέρνηση, καθώς το «ποιος κυβερνά» μοιάζει ρητορικό ερώτημα.
 
Με την παρούσα κυβέρνηση, η στρατηγική του «μας πιέζουν αφόρητα οι ντόπιοι και οι ξένοι, τα λαμόγια» επεκτάθηκε στην καταστατική αρχή η στον Πυλώνα, «παίζετε το χαρτί του ξενοκίνητου ευρωλιγουρισμού».
 
Δεν προλαβαίνεις να κριτικάρεις ή να επισημάνεις κάτι αδόκιμο που έκρινες ή εντόπιζες σε μια πολιτική συμπεριφορά από τότε που γεννήθηκες και αποκτάς ένα σμήνος εχθρικών σχολίων ή ένα κοπάδι φίλων του άλλου καιρού, που θα σε εγκαταλείψει μόλις σημειώσεις κάτι γουστόζικο ή τραγικό που δεν βρίσκεται στο mainstream των κομματικών μαγειρείων.
 
Σε αυτήν την παλινωδία που καταλήγει συνήθως είτε στο ευγενικό «αγνοείς παλιόγερε το νέο περιβάλλον ρητορικής και σε περιμένει το χρονοντούλαπο της Ιστορίας» είτε στο άξεστο «άντε και γαμήσου, διότι ήσουν στον καναπέ την νύχτα των μεγάλων μαχαιριών,αράπη που σου πρέπει λιντσάρισμα», η προσωπική γνώμη περνάει αυτομάτως στο πεδίο των αντικοινωνικών μεταδοτικών ασθενειών.
 
Και θα σε ανοίξουν σε αυτοσχέδιο χειρουργείο εκστρατείας,έτι αναπνέοντα, για να δουν τι έχεις μέσα.
 
Δεν είναι πια ντεμοντέ και απαξιωτικό να γράφεις κατουρημένος στα βρακιά σου ενώ βρίσκεσαι σε εκπαιδευτικό σεμινάριο ταχείας εκμάθησης της νέας ρητορικής, τρέμοντας μη απορρίψεις άδικα κάποιον για τα σίδερα ή πελήσαντα το νιονιό του στα κάγκελα.
 
Ευτυχώς γνωρίζουμε από ρήγματα και κόκκινες γραμμές, επομένως είναι σχετικά απλό να καταλάβουμε πως καμιά πλευρά δεν λακτίζει προς κέντρα.
 
Και είναι παρηγοριά να φλερτάρεις με τον γκρεμό, όταν προφανώς στο τέρμα της επικίνδυνης διαδρομής δεν σε περιμένει κανένας γκρεμός, αλλά μια μονότονη στέππα.
 
Αν καταλήξεις πως δεν έχεις εδώ να κάνεις με αριστερά και δεξιά, αλλά με την κλασική είσοδο ενός υβριδικού λαϊκού Μετώπου στην πολιτική κονίστρα, που δέχεται εκατέρωθεν πυρά, καθώς οι πιθανότητες επιβίωσής του εξαρτώνται από τις ισορροπίες που μπορεί να καταφέρει, ο πόνος μετριάζεται.
 
Το μόνο τραγικό σύμπτωμα είναι πως ξυπνάς καλοδιάθετος, τα χάνεις στην διαδρομή, αντιφάσκεις και συμφωνείς διαδοχικά ,με την ταχύτητα των πτερων ενός κολιμπρί και πριν πέσεις για ύπνο, ανακαλύπτεις πως μιλούσες στον καθρέφτη σου.