• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Βγήκαν τα μεγάλα κανόνια...
Παραμύθια του Μάη
Πάνος Θεοδωρίδης | 02.05.2015 | 06:39
Όταν πήραν την πόλη οι οχτροί, ο πληθυσμός περίμενε τις εξελίξεις. Όντως εμφανίστηκαν πρωτοφανείς ενδυμασίες και εκφορές  του δημοσίου λόγου με πολλούς ιδιωματισμούς.
 
Οι οχτροί έδειχναν αφοσιωμένοι στο έργο τους: να αλλάξουν τους ηττημένους ηγέτες, να επιβάλουν μιά νέα συμπεριφορά.
 
Έδειχναν μεταξύ τους  άλλοτε ενωμένοι, άλλοτε διχασμένοι.
 
Ο πληθυσμός απορούσε που υποστήριζαν για τον εαυτό τους  ότι ήταν οχτροί. Τέτοιο φιλικό φέρσιμο, δεν το περίμεναν.
 
Κάποιος που τους ήξερε καλύτερα, υποστήριζε ότι όλα αυτά ήταν προφάσεις και προσωρινά.
 
Και πως οι οχτροί ήταν μια χαρά μαλαγάνες που τα βραδάκια στα σπιτικά τους, έβγαζαν τα αρκουδοτόμαρα από το μαλθακό κορμί τους και έφτυναν από το στόμα τους τα χαντζάρια με τα οποία έδειχναν πρωτοπόροι, αμείλικτοι και αποφασισμένοι.
 
Φορούσαν κάτι πρόχειρο και ασχολούνταν μονίμως με ένα κόκκινο κουβάρι, που δεν αποχωρίζονταν ποτέ.
 
Όλοι κάτεχαν τέτοιο κουβάρι.  Και όταν ήταν μεταξύ τους, άπλωναν ο καθένας τον μίτο του στα δωμάτια και έπαιζαν ένα είδος κουτσό.
 
Το παιχνίδι ήταν να διασχίσουν το δωμάτιο χωρίς να πατήσουν το απλωμένο κουβάρι. Κι όποιος το πατούσε, οι άλλοι του φώναζαν «πάτησες την κόκκινη γραμμή» και έχανε.
 
Μπορούσε να ξαναμπεί στο παιχνίδι ,όποτε ήθελε, αρκεί να έλεγε δημοσίως «αναγνωρίζω πως έκανα λάθος».
 
Τότε του ξανάδιναν ένα κόκκινο κουβάρι και μπορούσε να συνεχίσει.
 
Κατά τα άλλα, διέδιδαν ότι επειδή είναι οχτροί, ήταν φυσικό να τους οχτρεύονται. Κι αυτό πέρασε στον πληθυσμό με ευκολία.
 
Όποτε γινόταν κάτι ξεκούδουνο και ο κόσμος ανησυχούσε, έβγαζαν μια κόκκινη κουβαρίστρα και έπαιζαν το ίδιο παιχνίδι μεταξύ τους, με αυτήν.
 
Όποτε τους άφηναν στην ησυχία τους, έβγαζαν συλλογικά ένα πορφυρό παλαμάρι καραβιού και υποστήριζαν ότι η κόκκινη γραμμή ήταν ολοφάνερη και δεν σκόπευαν να λύσουν τους κάβους.
 
Πάλι έπαιζαν με το χοντρό σκοινί, μόνο που δεν πηδούσαν στο ένα πόδι, αλλά περπατούσαν στα τέσσερα και κραύγαζαν «είμαστε οχτροί, και τα λάθη μας τα αναγνωρίζουμε».
 
Γρήγορα φανερώθηκε ότι οι οχτροί λεγόταν με υπερηφάνεια οχτροί επειδή τριγύρω αναγνώριζαν μόνον οχτρούς.
 
Επίσης κατάλαβε ο πληθυσμός ότι μπήκαν στην πόλη για να γίνει δημοφιλές το παιχνίδι με τις κόκκινες γραμμές. Επομένως ,ήταν λάθος μέγα που περίμεναν από τους οχτρούς να κυβερνήσουν.
 
Κάθε φορά που κάποιος τους έλεγε «εντάξει με τις γραμμές, άλλα να δούμε τι πρόκειται να πράξετε;», θύμωναν και έλεγαν «λίγα λόγια, διότι θα κάνουμε εκλογές, θα κάνουμε δημοψήφισμα, επειδή οι οχτροί μας είναι πολλοί πλην δεν θα τους περάσει».
 
Πήρε πολύν καιρό στον πληθυσμό να καταλάβει πως τους έλεγαν «οχτρούς» επειδή ήταν οχτροί μεταξύ τους. Και μόνον μεταξύ τους.
 
Και δεν κάτεχαν άλλον ρόλο.
 
Έπρεπε να κινδυνεύουν συνεχώς. Από χλαμπάτσα ,από τάση ανυπακοής, από λανθασμένη ερμηνεία μιας πρότασης ενός μεσοπολεμικού ερυθρογραμμίτη.
 
Από έναν αξιωματούχο άλλης χώρας, που έμοιαζε επαγγελματίας φλώρος.  Από έναν συμμαθητή που θυμόταν πόσο φλώροι υπήρξαν οι οχτροί ως παιδάκια.
 
Η κατάσταση έδειχνε πως δεν θα άλλαζε ποτέ και με τίποτε, ώσπου μερικοί παράξενοι σταμάτησαν να τους λενε «οχτρούς» και τους στόλιζαν με άλλα λογάκια, ακίνδυνα και γελαστικά.
 
Τους έλεγαν πιθαρονοστιμούληδες, μπαϊλντισμένα νεροκρέμμυδα, σούξου μούξου μανταλάκια, μανταμ-μποβαρούδες, ακόμη και εραστές του ξυλοκρέβατου με ουρανό και τέσσερις φούντες.
 
Αλλά αυτοί γρήγορα αποδείχτηκε πως ήταν ξεφωνημένοι διανοούμενοι και υστερικά χασαπόσκυλα, ξεπουλημένων αφεντάδων. 
 
Η κατάσταση βελτιώθηκε κάπως, αν και τα μαγαζιά, συνήθως άπραγα και απένταρα, τρελάθηκαν να πουλάνε αρκουδοτόμαρα και χαντζαράκια. Ο πληθυσμός το έπιασε το υπονοούμενο και γινόταν οχτρικός.
 
Τα μάγια τα έλυσε ένα παιδάκι που ρώτησε τον πατέρα του : "μπαμπά, γιατί τους εχθρούς τους λέμε οχτρούς;"