• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Fernand Cormon, Ζήλεια, 1874
Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ 25
Πάνος Θεοδωρίδης | 25.03.2014 | 09:00
Γκατς
 
Ήξερα τι με περίμενε στον ξενώνα του φίλου μου, δηλαδή στο δωμάτιο όπου ανακάτευε τα χρώματα: το παράπονο.
 
Ο  Γκάτς, φίλος, ξεφίλος, ήταν σίγουρος γιά δυό πράγματα: πρώτον ότι ήμουνα κάλπης και δεύτερον ότι τον έρριχνα μονίμως και τον θυμόμουνα μόνον στις δυστυχίες.
 
Ήμουνα κάλπης διότι πρό οκταετίας που είχα εκθειάσει ένα βιβλίο, το Στάλαγκ του Όμηρου Πέλλα, του είχα το είχα δανείσει και βρήκε τις σελίδες άκοπες, επομένως δεν διάβασα το βιβλίο, δις επομένως σχολίαζα κάτι που δεν είχα διαβάσει, τρις επομένως ήμουν ένας κάλπης. Τον έρριχνα, διότι  είχα και άλλες παρέες που δεν τον έπαιζαν: την παρέα των ποιητών, την παρέα των συμφοιτητών.
 
Δεν του πέρασε ποτέ από το μυαλό το ενδεχόμενο να ήξερα το έργο του Πέλλα από το αντίτυπο του δασκάλου μου στα Αγγλικά, του Πάνου «σέρ» Σιδηρόπουλου, μήτε ότι οι άλλες παρέες μου δεν τον έπαιζαν διότι τους φαινόταν παράταιρος, παράξενος και  δυσάρεστα προκλητικός.
 
Όχι. Εγώ έφταιγα.
 
Κατά τα άλλα, όποτε τον θυμόμουνα, γιά καμιά φιλοξενία, κανένα δάνειο, καμιά πόκα, καμιά ανταλλαγή  κειμένων, έπρεπε να υποστώ την  επίθεση φιλίας του, τα παράπονά του, την σχετική μαριανθίτιδα, γιά καμιά ωρίτσα.Μετά χαλάρωνε και όλα μέλι γάλα.
 
Φέραμε  την  κουβέντα στην Δυναμό. Δεν επέλεξα το στίλ την αγαπάω, καίγομαι, αλλά την χαοτική  πτυχή.Ήταν η γκόμενα.Πήδημα, ανεπανάληπτο. Καψούρα μαζί μου και  υποτακτική. Την σέρνω από τη μύτη. Δοκίμασε, Γκατς ,και δε θα μετανοιώσεις.
 
Με κοίταζε καχύποπτα.Με ρώτησε δηλαδή να τη γαμήσω; τον διαβεβαίωσα γιά την ορθότητα της απόφασής του.
 
Απέκρυψα εντέχνως  τη συνέχεια της σκηνής, όπως την ονειρευόμουνα: ο  Γκατς  πλησιάζει ερωτικά τη Δυναμό. Αυτή του ρίχνει γονατιά στα αρχίδια ή τον φτύνει στα μούτρα. Έρχεται και πέφτει στην αγκαλιά μου τρέμοντας ο φίλος σου μου ρίχτηκε, σώσε με, προστάτευσέ με. Την  σώζω.Μου δείχνει τυφλήν υποταγή γιά πάντα. Αυλαία.
 
Περίμενα να αντιδράσει και  είχα στο νού το τραγούδι που εκείνη λάτρευε
 
Λουλούδια κόκκινα/απόψε θα σου φέρω /λουλούδια που να έχουν/του έρωτα το χρώμα/να δείς πως υποφέρω/και σ΄αγαπώ ακόμα.
 
Με τους φίλους είχαμε κοινά τσιγάρα, δωμάτια, λεφτά γιά λογαριασμούς,το φαγητό μας και  επιδιώκαμε να έχουμε κοινές ερωμένες.Δεχόμασταν  ότι μιά νέα σχέση μπορούσε να απομακρύνει κάποιον από μάς γιά μερικές εβδομάδες. Μετά, ο απομακρυνθείς ώφειλε να φέρει την κοπέλα του κουρμπάνι  στην συντροφία.
 
Εάν εκείνη  γούσταρε, την θεωρούσαμε  χάρβαλο και  χαζή. Εάν  έλεγε όχι, την θεωρούσαμε  στερημένη και ηθικολόγα.Ακριβώς επειδή την θεωρούσαμε κατάκτηση και όχι σχέση.
 
Γιατί; ταξιδεύοντας τον καιρό και βγάζοντας τα συμπεράσματά μου, καταλήγω  πως  δεν υπήρχε καμία εμπιστοσύνη σε κανέναν. Στην ουσία δοκιμάζαμε  με  πρωτόγονο  τρόπο εάν μας αγαπούσαν όσο έλεγαν ή έδειχναν.
 
Μεγαλώσαμε σε έναν κόσμο όπου κυριαρχούσε η απάτη. Οι πατεράδες  κυκλοφορούσαν στην μετεμφυλιακή Ελλάδα με το κούτελο ψηλά, αλλά  οι μανάδες ρύθμιζαν τα πάντα μέσα στο σπίτι.Βλέπαμε στα σπίτια  των φίλων που είχαν αδελφές, τί υποκρισία και μπάχαλο επικρατούσε.
 
Βλέπαμε  τα κορίτσια μας να  κοροϊδεύουν τους γονείς τους ή τα μεγάλα τους αδέλφια προκειμένου να βγούμε ραντεβού. Χιλιάδες ώρες φανταστικού φροντιστηρίου αγγλικών, δεκάδες υποθετικές διανυκτερεύσεις στην Σούλα, την καλύτερή τους φίλη,πρόβες στη μοδίστα,πλασματικές ώρες λυκείου κι όλα αυτά γιά να βρίσκονται μαζί μας σε πάρκα και τσαϊράδες.
 
Δεν έπαιζε κανένα ρόλο που έλεγαν ψέμματα  υπέρ της σχέσης μας. Σημασία είχε ότι έλεγαν ψέμματα.Ήταν  ασκημένες ,επομένως  ικανές να συνεχίσουν τα ίδια ψέμματα κι όσο συνυπήρχαμε.Επομένως υπήρχαν όλες οι δικαιολογίες γιά να τις αντιμετωπίζουμε ως  διακόσμηση  ταπετσαρίας.
 
Κουταμάρες.Δικαιολογίες.Κωλόπαιδα ανίκανα γιά την πραγματική ζωή.
 
Ε,και λοιπόν; μήπως η Γαία μήτηρ θεά τα οργάνωσε διαφορετικά; νομίζω ότι  βιώσαμε τελεσιδίκως ότι  γιά να επιβιώσουμε ως υποψιασμένοι λεγεωνάριοι, έπρεπε να μή μας φύγει ούτε μιά στιγμή από το μυαλό ότι κυβερνούν πάντού και πάντοτε οι γυναίκες.
 
Πώς θα ήταν μιά κοινωνία που  οι γυναίκες θα διοικούσαν; θα κρατούσαν την διαχείριση,θα έστελναν τους άντρες γιά κυνήγι, αυτοί θα επέστρεφαν γεμάτοι καύχηση και  πείνα,κι έναντι ενός πινακίου φακής θα έδιναν προθύμως όχι τα πρωτοτόκια, παρά και τα  πανωτόκια.Μετά οι άνδρες θα έπαιζαν όλα τα παιχνίδια του ντουνιά.
 
Μα μήπως είναι διαφορετικά; ίσως και να είναι .
 
Τότε  είχε σημασία να οργανώσω την είσοδο του Γκατς στην κοινωνία της Δυναμό και να τον παινέψω διακριτικά γιά να μου φάει τη γκόμενα. Κοιμήθηκα το μεσημεράκι και  μόλις έπεσε ο ηλιος  λούστηκα, δανείστηκα το αποσμητικό του και πήγα στην αγάπη μου, τρέμοντας και  ριγώντας.