• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ 22
Πάνος Θεοδωρίδης | 22.03.2014 | 09:00
Φίλοι, που τρώνε το σταφύλι
 
Στη στροφή Αυγούστου, γύρισε ο Γούφας μαυρισμένος και βρεθήκαμε. Δεν ξέρω πως τα καταφέρνατε με τις παρέες σας οι άρρενες αναγνώστες (για τις θήλεις γνωρίζω το πώς) αλλά λέγοντας βρεθήκαμε, εννοώ  ότι πίναμε καφέδες και καπνίζαμε χωρίς μιλιά, ακούγοντας  μουσική. Απ΄αφορμή κάποιο τραγούδι με ρώτησε  τι έγινε ρε πούστη; και του απάντησα άσε ρε μαλάκα, άσε. Αυτή ήταν  η προς τρίτους εξομολόγηση του έρωτά μου προς την Δυναμό και η διολίσθηση προς την καθημερινότητα που με απογοήτευε.
 
Μετά μιλήσαμε για τον Γκατς, τον κοινό μας φίλο. Είχε χωρίσει και μετέφερε τα συμπράγκαλά του σε μια ρημαγμένη μονοκατοικία δίπλα στο αστυνομικό τμήμα του Ντεπό.Τι κάνει; ζωγραφίζει και γαμάει τις θαυμάστριες του έργου του. Ο Γκατς ήταν λογοτέχνης και ζωγράφος,ζούσε από μαθήματα φυσικής σε φροντιστήριο. Η ξαφνική ανεξαρτησία του με  τρέλανε. Μια και δεν ήξερα πώς να ζήσω, υπέκλεπτα τις συμπεριφορές των κοντινών μου. Αν ο Γκατς είχε χωρίσει, εγώ τι καθόμουνα; Ο Γούφας  είχε ιστορίες να μου ειπεί για την Νταίζη. Πέρασαν δυό τρείς μέρες οι τρείς τους  και μετά έφυγε Θεσσαλία. Του είπα κι εγώ ότι η Δυναμό ήταν  Αθήνα. Τα κανόνισε και μια Κυριακή  μας πήρε με το επιδιορθωμένο Μίνι και πήγαμε εκδρομή στο πηγάδι Κουμ.
 
Στον Γκατς εκθείαζα την ομορφιά της Δυναμό και ο Γούφας στο τιμόνι συναινούσε με επιφωνήματα. Ο Γκατς έβαλε  ως πρότυπο την Νταίζη και προσπαθούσε να καταλάβει που ακριβώς υπερτερούσε η Δυναμό. Ο Γούφας μιλούσε για την γλυκύτητά της και ο Γκατς δαιμονιζόταν διότι δεν ήθελε περιγραφές ήθους, ήθελε κώλους και βυζιά. Αλλά εκεί τα βρήκα σκούρα, διότι  πάντοτε υπήρξα ντροπιάρης και ποτέ δεν επαίνεσα  σωματικά χαρίσματα επειδή είχα κατά νούν ένα συγκεκριμένο πρότυπο. Δεν είχα συγκεκριμένο πρότυπο. Δεν με έθελγαν μεγέθη ανθρωπίνων μελών, συμπεριφορές και νάζια, χάδια και φιλιά. Μπορούσα απλώς να τα περιγράφω.
 
Μ έπιασε ξαφνικά μια τρέλα με την ανημπόρια μου. Δηλαδή κατάφερα να παγιδέψω την ωραιότερη γυναίκα του κόσμου και μετά, τι; τι είχα να της προσφέρω; ήμουν ένας ξερόλας ποιητής,νέος αρχιτέκτων, με το κεφάλι  γεμάτο  δάκρυα και  ικανός μόνον να πηδάω τις γυναίκες των φίλων μου, ή να  προσφέρω τις δικές μου σ΄αυτούς.  Δεν ήμουν ένα κορίτσι αλλοιώτικο από τα άλλα, δεν  διέφερα σε τίποτε από όσους θεωρούσα μαλάκες κι επιπλέον δεν μου άρεζε τίποτε, μα τίποτε  στον κόσμο.
 
Κυρίως βαρυόμουνα.
 
Το ότι και η Δυναμό έβραζε στο ίδιο καζάνι δεν σήμαινε τίποτε για μένα, εκείνην τουλάχιστον την εποχή. Θεωρούσα απριόρι  ότι κάθε άνθρωπος μπορούσε  αενάως να καλυτερεύει μέχρι να έρθει το πλήρωμα του χρόνου και να σκάσει από ηθική υγεία ή από  κατάχρηση γαρδούμπας. Ακόμη δεν είχα  κατανοήσει την μαύρη αλήθεια ότι οι εκάστοτε καλοί χειροτερεύουν με την ίδια ένταση που οι κακοί καλυτερεύουν. Στον πάτο του βαρελιού της ζωής, έλεγα, δεν υπάρχουν σούστες αλλά μούργα. Φυσικά γελιόμουνα.Στις  σπάνιες εξαιρέσεις όπου  τα πάντα συνεχώς χειροτερεύουν δεν θα έβλεπα ένα βαρέλι αλλά έναν λαβύρινθο υπονόμων, όπως αυτούς που γλύτωσαν τον Γιάννη Αγιάννη στο Παρίσι.
 
Με το λέγε λέγε καθήσαμε στην Τρίγλια να φάμε. Εκεί είπα στους φίλους μου ότι σκοπεύω να χωρίσω. Με ειρωνεύτηκαν αμέσως και  αμείλικτα αμφότεροι. Η αιτιολογία διέφερε. Ο Γκάτς με θεωρούσε  χωμένο μέσα στο μουνί της Μαριάνθης, επομένως  κάτι ωσάν κινέζικο μπαλάκι, δις επομένως ανήμπορο να τρυπώσω σε άλλο μουνί διότι δεν είχα μήτε κίνητρο μήτε  φτερά να πετάξω. Ο Γούφας ήταν  βέβαιος ότι μια τέτοια γυναικάρα ως η Δυναμό,δεν υπήρχε περίπτωση να μου καθήσει παραπάνω από ένα δυό μήνες, επομένως έπρεπε να περάσω μεγάλο διάστημα χωρισμένος από τη Μαριάνθη και  διωγμένος από την Δυναμό, άρα θα το έρριχνα στο πιοτό και θα καθάριζα.
 
Δεν έδωσα μεγάλη σημασία στα λόγια τους επειδή ήταν το ίδιο χαοτικοί και απρόβλεπτοι με την αφεντιά μου. Ήμασταν ικανοί να πάθουμε ανακοπή από τα γέλια, ήμασταν ικανοί να  περιγελάσουμε κάποιον ή να  λεμε  μητρόπετρες  επί μια ώρα και να κυλιόμαστε καταγής από την ευδαιμονία, αλλά σύμβουλοι; από πότε και με ποια φόντα;
 
Τελικά η φιλία μας ορίζονταν από το  συχνό και θυμοσοφικό  ρητό τελικά, φίλε είσαι μεγάλος μαλάκας, πέντε λέξεις που  κάλυπταν τα δάκρυα για Σεφέρη, Ελύτη, Καζαντζάκη, Μαγιακόφσκη, Τζαρά, Κόρσο, Γκίνσμπερκ,  Σαχτούρη, Ζάκ Μπρέλ, Μίκ Τζάγκερ, δεν θυμάμαι τι άλλη προσποίηση αγάπης διαθέταμε.
 
Παρά την απόρριψη και την ωοτοκία, οι φίλοι μου προσφέρθηκαν αμέσως να βοηθήσουν. Ο  Γούφας εκθείασε  τα χαρίσματα της Νταίζης και μου υποσχέθηκε  μια  κιμπάρικη παρτούζα μόλις βεβαίως ανακάλυπτε πού  βρίσκεται. Ο Γκατς, του οποίου η  σεξική ανιδιοτέλεια ήταν παροιμιώδης μου πρότεινε, ώσπου να βρώ λύση στο πρόβλημά μου, να ξεχαρμανιάζω παρακολουθώντας τους εναγκαλισμούς του με τις θαυμάστριες.
 
Συμφώνησα σε όλα απολύτως ,βέβαιος γιά το ανωφελές  της παρηγοριάς, αλλά το βασικό εύρημα παρέμενε: ήξερα που να καταφύγω εάν έφευγα από  το σπίτι.Κι επειδή βρήκα υποτίθεται διέξοδο,χάρηκα. Εμείς οι τρείς οι φίλοι, που τρώμε το σταφύλι.Πάλι με βοήθησε  η ελληνίς κοινωνία. Πήγα σπίτι αποφασισμένος να χωρίσω.
 
Σήμερα ο Γκατς μοιράζει τον χρόνο του μεταξύ αιγαιακής γενέτειρας και Αθηνών, συγγράφων και στοχαζόμενος, ενώ ο Γούφας από χρόνια είναι χαμένος σε νησί του νότου, διαβόητο λόγω της προσωρινής σταλίας σοβιετικών πλοίων κατά την ψυχροπολεμική περίοδο και  λόγω  ονόματος που το έχει καταστήσει περιβόητο  στόχο ταξιδιού, κάτι ωσάν την καβαφική Ιθάκη.
 
Έχω να τους δώ χρόνια. 
 
Εάν ανταμώσουμε πάλι, θα περάσουμε μια ολόκληρη ημέρα λύνοντας ενδιάμεσες παρεξηγήσεις και μετά θα αποδυθούμε σε πανημερίους πόκες  έναντι υλικών ανταλλαγμάτων, μη χρηματικών (πώς λέμε «μη κυβερνητικός οργανισμός») και θα αστειευόμαστε με τις μητρόπετρες του παρελθόντος. Φωτογραφίες γυμνού χθές ,θα πλαισιώνουν  τα νοστιμότατα φαγητά των συνεύνων και  ολόκληρη η βραδιά θα περάσει με  θεωρητικές ερωτήσεις του στιλ θυμάσαι εάν  και πότε γάμησα την  Φρού; με τις αντίστοιχες πνευματώδεις απαντήσεις.
 
Αλλά ποτέ των ποτών δεν θα ακουστεί λέξη για την Δυναμό.
 
Τους ξαναβγάζω στον καθαρό αέρα της λογοτεχνίας λοιπόν, τους  κελλιώτες και συγκαταδίκους εκείνης της  μάταιης εποχής, προσμένοντας εντός των προσεχών ημερών  την εορτή των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης. Είναι και το όριο που έχω θέσει για την ολοκλήρωση του μυθιστορήματος. Εάν δεν μου βγεί  εντός του φθίνοντος Μαϊου, θα το παρατησω.