• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Η ΔΕΞΙΑ ΕΡΩΜΕΝΗ 18
Πάνος Θεοδωρίδης | 18.03.2014 | 09:00
Η φωτογραφία
 
Ο ΠΡΩΙΝΟΣ ΚΑΦΕΣ στην Ιερισσό και μετά το γλύστρημα έως την Ουρανούπολη. Λατρεύω την εναλλαγή της θάλασσας από τα αριστερά στα δεξιά σε όλο το ταξίδι, την ενατένιση του καναλιού του Ξέρξη και τις στροφές μετά την Τρυπητή. Είναι ένας τόπος που  θεωρώ εκτός πλανήτη, όπως μου συμβαίνει με όλα τα πράγματα που υπερεκτιμώ: τη Σκοτία, τη Θάσο, πρώιμους στίχους του Σαχτούρη, τον αβέβαιο Ελύτη, τα ημιφώτιστα γυναικεία σώματα  ελεύθερα εις χείρας μου.
 
Βέβαια  μού έλειπαν τότε, όπως άλλωστε και σήμερα,τα πραγματικά στοιχεία από τη σχέση μου με τους άλλους άνδρες. Δηλαδή, ήθελαν και θέλουν από τις γυναίκες ό,τι ακριβώς επιθυμώ κι εγώ; ονειρεύονται κι αυτοί  μεγάλα γεννητικά όργανα , μονίμως σκληρά ωσάν τις βέργες τις κρανιάς με τις οποίες ξιφομαχούσαμε  ή μας έδερναν οι δάσκαλοι ; ονειρεύονται κι αυτοί μεταξύ γυναικών και της αφεντιάς τους να μή υπάρχουν λόγια, συζητήσεις, λεκτικά φορτία, χειραψίες και βόμβοι,παρά μόνον  το αγκομαχητό τους ενόσω περιείχαν εντός τους την βέργα από κρανιά; μήπως ήθελαν και θέλουν από τις γυναίκες  μετά το κρεβάτι,πολλές ,γυμνές και εξαντλημένες ,να μπαίνουν ομαδόν σε πελώρια επαγγελματική κατάψυξη και να  περιμένουν την επόμενη συνουσία; μήπως  προσδοκούσαν και προσδοκούν όπως κι εγώ να  έχουν  έντονο παρελθόν γιά να  αποκτήσουν ερωτική πείρα, αλλά να τους έχει πιάσει μιά  ακατανίκητη λήθη και να μή θυμούνται τίποτε από τους παλαιους εραστές τους;
 
Ανδρες! Ομάδες παιδιών που παίζουν ξύλο και παιχνίδια ,τρέφονται με  βιαστικές χαζομάρες,  λένε συνεχώς  ψεύδη καυχήσεως και δεν έχουν αίσθηση του χρόνου. Άχαροι, κηφηναριό, καμποτίνοι και χατζηαβάτηδες, γενναίοι  όταν προκαλούν πόνο στον άλλο, ψοφοδεείς στον παραμικρό πονοκέφαλο, οπαδοί της ακράδαντης πίστης ότι το γυναικείο αιδοίο έχει κοφτερά δόντια.
 
Στην Ουρανούπολη λοιπόν,έπαθα εκδρομή. Είναι η ιδιαίτερη  νεύρωση που πιάνει όλα τα παιδάκια του Θεού, μόλις βγούνε έξω από το σπιτικό τους και  τα ταξιδεύουν εκτός  οικισμού, να τους ανοίγει η όρεξη, να  ξενοιάζουν και να νομίζουν ότι βρισκονται σε άλλον πλανήτη. Ευθύς λαχτάρησα τυρόπιττες και αναψυκτικά, χόρευα στα στενάκια και ήθελα να βγάλω φωτογραφίες. Πήρα τη Δυναμό και της έδειξα απέξω τον πύργο.Το μνημείο έδειχνε ανοιχτά τις εποχές του. Οι αρμοί του διαλυμένοι,οι πρόσφατοι σοβάδες άφηναν αμελή πλινθοπερίκλειστα συστήματα  έκθετα στην αρμύρα. Χωθήκαμε σ΄ενα  δρομάκι κοντά και πέσαμε στο μοναδικό μετόχι  που κρατούσε μιάν ακεραιότητα.  Χώθηκα μέσα στα χαλάσματα με τη μηχανή ενώ η Δυναμό έμεινε απ΄εξω και χάζευε. Διακριτικά, μέσα στη ντροπή ,σκόπευσα το πρόσωπό της και την φωτογράφισα. Η μηχανή δεν είχε ζούμ, μήτε τηλεφακό. Υπολόγισα ότι αποτυπώνοντας το πρόσωπό της έστω  ασήμαντο κλάσμα πάνω στο φίλμ, θα  μεγένθυνα τη μορφή της στον εκτυπωτή σε μιά φυσική διάσταση, γιά να την κρατήσω διά βίου απέναντί μου. Άς είχε κόκκο, άς  ήταν φλού. Ήθελα τη φωτογραφία γιά μένα κι όχι γιά να τη δείχνω σε φίλους. Αλλά τη φωτογράφισα κρυφά .Αργότερα ,όταν τύπωσα  το φίλμ, δεν είδα κανένα πρόσωπο, αλλά μερικά σανίδια κόντρα στο φώς και η ίδια ήταν επιμελώς κρυμμένη πίσω τους. Τα πέταυρα νίκησαν την περιέργειά μου. Δεν είχα  δεσμευμένη την μορφή της.
 
Αλλά γιατί την φωτογράφισα κρυφά; γιατί δεν έβαλα την  Νταίζη ,φερ΄ειπείν, να μας φωτογραφίσει, δήθεν  εν μέσω εκδρομικής εγκαρδιότητας; το σκέφτηκα πολλές φορές έκτοτε και  οι ερμηνείες που έδινα ήταν ,με το περασμα του χρόνου διαφορετικές. Τότε, πίστευα ότι  μόλις η Δυναμό καταλάβαινε την διάθεσή μου να την φωτογραφήσω, θα με χτυπούσε βάναυσα στο πρόσωπο, θα ενοχλούνταν όσο  ποτέ, θα μου έρριχνε κατάμουτρα  την καταγγελία και την διαβολή ότι  την επιθυμούσα συλλεκτικά, ότι ήθελα την φωτογραφία της γιά να την δείχνω  περήφανα στους φίλους μου,απαντώντας με αυτάρεσκη κατάνευση του κεφαλιού, όποτε θα με ρωτούσαν  έκθαμβοι τη γάμησες ρε μαλάκα; επί δέκα τουλάχιστον χρόνια πίστευα ότι όντως ήθελα την φωτογραφία της προς καύχησιν.
 
Αργότερα ,όχι. ‘Οταν ερωτευτηκα την Ελισσώ, μπορεσα και την φωτογράφισα στη θάλασσα με τον άντρα της και μόνη. Ένα ολόκληρο φίλμ. Τύπωσα μεγάλες φωτογραφίες, σκλαβώθηκα από μία ,και την είχα, κρυφά από την Μαριάνθη, είτε μέσα στην ιστορία του Οστρογκόρσκι, είτε  σε ένα μπακαλοτέφτερο όπου κατέγραφα παροίκους  της Ιερισσού. Πέρασαν χρόνια , ήμουν σε άλλες αγκαλιές, αλλαχού ασχολημένος, πλήν όποτε έβλεπα τη Ελισσώ,επέστρεφα και την έπαιρνα νοητώς. Διά της φωτογραφίας εκείνην μόνη αγαπούσα,ακόμη και η πανίσχυρη εικόνα της Δυναμό έστρεφε πλάτη ενόσω διακόρευα  το φάσμα της Ελισσούς.
 
Θα μπορούσα όθεν να έχω αποφύγει την μοιχεία με μόνη την δύναμη της φωτογραφίας της Δυναμό. Άλλες γυναίκες της ζωής μου τις ζωγράφισα. Η Δυναμό υπήρξε τόσο όμορφη που το χέρι μου ξεραινόταν. Η μνήμη μου δεν είχε αρκετή αποθήκη ώστε να χωρέσει όλα τα συστατικά της καλλονής της, ακόμη και φηφιακώς συμπιεσμένα. Μόνον γιά τη μυτούλα της ήμουν και είμαι πανέτοιμος να  εμπνευστώ, να γράψω και να εκδώσω πολύτομο εγκώμιο. Φανταστείτε  τι με περίμενε  εάν ήθελα να παινέψω το ένα της μάτι.
 
Τελευταία, εννοώ προσφάτως, ανάμεσα στο χιόνι που περιέγραψα σε προηγούμενο κεφάλαιο και των υποθέσεων της αρρώστειας μου, του Οτσαλάν και των βομβαρδισμών της Σερβίας (γεγονότα που μεσολάβησαν από την  αρχή του Φλεβάρη έως  την επέτειο της 21ης Απριλίου, οπότε και ξανάβαλα μπρός τη μηχανή παραγωγής  αυτού του μυθιστορήματος) σκέφτηκα ότι  ήθελα να έχω την Δυναμό φωτογραφημένη γιά να πλαισιώσει τον πραγματικό νεκρόδειπνο , τον οποίο καθημέραν παραθέτω σε αγαπημένους νεκρούς φίλους. Φίλοι χαμένοι, έρωτες χαμένοι. 'Ολοι οι φίλοι ανδρικότατοι, όλες οι γυναίκες ερωτικότατες. Οι γυναίκες ζωντανές. Οι φίλες της ζωής μου δεν πεθαίνουν στα πενήντα τους. Οι φίλες της ζωής μου,οι ερωμένες, οι παλλακίδες και οι σύνευνοι θα γεράσουν γλυκά, ξεφορτώνοντας στα νεκροταφεία της χώρας τους άνδρες της ζωής τους γιά να μεταπέσουν  επιτέλους στην χορεία του τέταρτου φύλου.
 
Πρώτο φύλο, οι γυναίκες. Δεύτερο, άνδρες. Τρίτο, ομοφυλόφιλες υπάρξεις. Τέταρτο, ηλικιωμένες μικρές βασίλισσες,συνταξιούχες κυράδες. Παίρνουν τηλέφωνο στα ραδιόφωνα, κάνουν εκδρομές, εντοπίζουν  μετανάστες και ειδοποιούν την ασφάλεια. Πηγαίνουν στην κηδεία κανενός συζύγου που ξέμεινε και  συλλυπούνται την χήρα με την επωδό  του στάθηκες, τον φρόντισες, γλύτωσες. Τα νεκροταφεία της χώρας γεμάτα από την φροντίδα τους. Υδρολάστιχα  ξεπλένουν τους τάφους  από τη γύρη των πεύκων, καντήλια ανάβουνε, φωτογραφίες  καθαρίζονται με υγρό πανί. Καρβουνάκια, φυτίλια και λαδάκι  κρύβονται  κάτω από τον μαρμάρινο σταυρό γιά το επόμενο τρισάγιο.Τα λουλούδια συχνάκις πλαστικά γιά  οικονομία επισκέψεων.Οι άνωθεν ουρανοί συνήθως  ανακουφιστικά αχανείς.Οι φιλοσοφημένες σκέψεις που αναθάλλουν συνήθως στο μυαλό δίπλα σε τόσους τάφους διακόπτονται ξαφνικά στο πρώτο φανάρι του δρόμου.
 
Το ύφος μου μεταπίπτει σε μανιέρα Πεντζίκη.Άς διακόψω εδώ προσωρινά, άς διαβάσω καμιά εκατοστή σελίδες του  μακαρίτη,σήμερα το βράδι, να χορτάσω τους καταλόγους και τα κατηγορήματα που φαίνεται να μου λείπουν κι άς συνεχίσω αύριο την διήγηση.