• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Επιστροφή στη ρίζα
Πάνος Θεοδωρίδης | 03.02.2015 | 04:13
 
Περιμένοντας τις προγραμματικές.
 
Δεν κατάλαβα ποτέ μου γιατί στα Γιαννιτσά υπήρχαν τόσες αγριομουριές.Το δέρμα τους ήταν γκρίζο και τα φύλλα τους είχαν ένα αραιό, μόλις διακρινόμενο λευκό γενάκι. Σπάζοντας ο βλαστός έβγαζε γάλα, όχι τόσο πηχτό όσο της συκιάς.Ποτέ δεν είδα καρπό-φαντάζομαι πως ήταν αφανής και άχαρος, στέρφος.
 
Αλλά τριγύρω, ήταν σπάνιο να μη βλάσταιναν τάτουλες ήτοι ντατούρες και αγριοντοματιές με μαύρο σκληρό τοματάκι,ακόμη και τσουκνίδες με κίτρινο μακαρονάκι και μολόχες που έβγαζαν ένα μικροσκοπικό μαλακό πρασινούδι σαν κολοκυθάκι , που το λέγαμε ψωμάκι και το τρώγαμε.
 
Ευθύς θα προσπαθήσω να εξηγήσω ινατί ξεκινώ πολιτικό διήγημα με ένα ζήτημα αγριομουριάς.
 
Ακολουθεί η εκλογή Προέδρου.
 
Ηταν μιά πλαγιά στα Γιαννιτσά, στον χαμηλό λοφάκο που κατέληγε στο Γαλλικό νοσοκομείο. Στα χρόνια μου, εκεί ήταν το Γυμνάσιο.Στα βόρεια χαμήλωνε ήπια και τέλειωνε σε μια μισγάγγεια. Απέναντι, και ανηφορίζοντας προς το Βαρόσι ο Αγιος Κωνσταντίνος, ο παλιός ναός των εξαρχικών,εκεί που με βάπτισαν.
 
Λοιπόν ,ανάμεσα στο Γυμνάσιο και στον ναό ήταν μιά μεγάλη αγριομουριά. Ο κορμός της δεν χωρούσε σε δυό παιδικές αγκαλιές. Οι ρίζες της ήταν εκτεθειμένες, καθώς το δέντρο είχε σηκώσει το φτενό χώμα, και άφηνε χώρο για να καθίσει μια εφηβική παρέα.
 
Μπροστά, αλάνα.
 
Στο πλάι μια μικρή μονόροφη κατοικία με αυλίτσα, προς την αυλή του Γυμνασίου , όπου έμενε η αδελφή της κυρίας Ευλαμπίας που ήταν η σπιτονοικοκυρά μας στο κάτω σπίτι,του Τσιρέλη,  στη γειτονιά του Εβρενός, στου Εφαρμοστίδη.
 
Αφόρητες κοινοτοπίες περί κωλοτούμπας.
 
Αν έγραφα θεατρικό, όλο αυτό θα ήταν η σκηνογραφία του. Σε αυτήν την αλάνα έχω μιά φωτογραφία με τον Μπίλη και τον Τάκη Νικέζη. Κυκλώνουμε μια Φλορέτα, αγγίζοντάς την , άλλος το τιμόνι ,άλλος τη σέλα, και χαμογελάμε στον φακό.
 
Από το 1961 έως το 1965, στα διαλείμματα, γινόταν πάντοτε η κατάληψη της ρίζας από τις παλιοσειρές.
 
Οι σωματώδεις, οι στάσιμοι ,οι χαρμάνηδες που είχαν πακέτο πλακέ των δέκα, ή αγόραζαν ένα τσιγαράκι από κούτα με δυο δεκάρες, επονομαζόμενο στουκάκι, προλάβαιναν να καπνίσουν πέντε ρουφηξιές και να σχολιάσουν κάτι ράθυμα ,ώσπου να χτυπήσει το κουδούνι.
 
Η ζμπόμπα, ήτοι η αποχή από μιά ώρα μαθήματος, ετελείτο παρακάτω, στον μίζερο πευκώνα.
 
Σταθμευμένα αυτοκίνητα εθεάθησαν όπου Ντόρα, Καραμανλής και Βορίδης κατοικούν.
 
Στο διάλειμμα, ήταν ασφαλές να βολτάρεις ή να στέκεις όρθιος, με την παρέα σου, σε μια απόσταση ίσαμε δέκα μέτρα από τη  ρίζα.
 
Ωσπου μια μέρα, στην Δευτέρα τάξη, έτυχε και βγήκαμε πιο νωρίς, οπότε βρήκαμε άδεια τη ρίζα και καθήσαμε εκεί.
 
Ηταν μιά ομορφιά, μια φαντασμαγορία. Ηταν θώκος ηγέτη, ήταν βουλή αντιπροσώπων, ήταν συνέλευση στην Τροιζήνα.
 
Οι φλώροι καπνιστές, ανάμεσά μας, έβγαλαν τις γόπες και φουμέρνανε..Ώσπου ήρθαν οι παλαιοί,κατευθείαν στη ρίζα, και τη βλέπουν να κατέχεται από επιόρκους, από καψούρες και μισοριξιές.
 
Εμείς οι μεταξωτοί, τρόπος του λέγειν, ήτοι οι απόλεμοι, οι τρυφηλοί, που παίζαμε τους ανάπηρους στην Γυμναστική ή γυμναζόμασταν εξαναγκασμένοι φορώντας το παρντεσού, υπακούοντας άκεφα στα ατενώς και στα ανάπαυσις-προσοχή, ταραχτήκαμε.
 
Οι παλιοσειρές, παιδιά μεγαλύτερα, στάσιμοι της πέμπτης και της έκτης, άφησαν τον μεταξύ τους Γολιάθ, τον Ηλία, να καθαρίσει. Αυτός στάθηκε στα δυό μέτρα, μας ζύγισε και είπε κοφτά δρόμο, κοπούκια.
 
Και γιατί να ξέρω τι είπαν ή τι δεν είπαν ο Σουλτς,  ο Γιουνκέρ και ο Ολάντ;
 
Ο στοχαστικός που θαύμαζε τον Παλαμά, ο λεπταίσθητος που αγαπούσε την Αννούλα και ο συλλέκτης γραμματοσήμων ,πετάχτηκαν και έφυγαν απο το δέντρο. Εγώ δεν κουνήθηκα.
 
Ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που έμπλεξα σε καβγά.Διότι μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Θύμωσα.
 
Ήμουν ψηλός, αλλά ο Ηλίας με περνούσε ένα κεφάλι. Φορούσα γυαλιά, ενώ εκείνος όχι. Φορούσα μπερέ, ένδειξη οικειοθελούς υπεύθυνης δήλωσης πόσο ξεφτίλας θα μεγάλωνα.
 
Ωστόσο, του απαντώ δεν πάω πουθενά. Ήρθαμε πρώτοι.
 
Καλά τα πήγαν την πρώτη εβδομάδα. Ως τον Φεβρουάριο, βλέπουμε
.
Ο Ηλίας τσαντίστηκε. Αλλά δεν ήρθε κατά πάνω μου, να με πιάσει από το πέτο. Γύρισε στους δικούς του σα να τους έλεγε κοιτάχτε τι θα γίνει, κι εκείνοι γέλασαν.
 
Τότε, καταλαβαίνοντας ότι θα με ρημάξει, πετάχτηκα από τη ρίζα και έπεσα επάνω του με ορμή, ρίχνοντάς του μια κεφαλιά στο στέρνο. Έχασε την ισορροπία του, και έπεσε τ΄ανάσκελο στο χώμα.
 
Όρθιος και ταραγμένος, τον κοίταζα. Αυτός, ξαπλωμένος και έκπληκτος, με κοίταζε.
 
Στον μηδενικό χρόνο που μεσολάβησε υπο τας φιλύρας, μαζεύτηκαν σε κύκλο όλοι οι διαθέσιμοι μαθηταί, υπό την ιαχή ο Παγκανέλ έριξε τον Ηλία η ο Κεκές έριξε τον Ηλία.
 
Δεν με ένοιαξε η έρις περί το όνομα.
 
Το παροδικό φωτοστέφανο που σκέπαζε τα φινάλε των γουέστερν και των αστυνομικών που βλέπαμε στο Ρεξ, έβλεπα να μου έρχεται από τον άγιο Κωνσταντίνο να πλαισιώσει τον μπερέ μου.
 
Πότε πέφτει Καθαρά Δευτέρα;
 
Ο Ηλίας σηκώθηκε αργά και μου έριξε μιά σφαλιάρα που απέφυγα κάνοντας πίσω το κεφάλι, αλλά όχι τελείως. Το θρόισμα της παλάμης του, πέταξε τα γυαλιά μου έξω δεξιά.
 
Ημουν αποφασισμένος να φάω το ξύλο της αρκούδας, αλλά θα το έτρωγα από την θέση του νικητή, όρθιος και πανικόβλητος.
 
Ο Ηλίας γύρισε και είδε τα γυαλιά και μου γύρισε την πλάτη. Έφυγε. Ξανακαθήσαμε στη ρίζα.
 
Ήταν η επιστροφή στη ρίζα.Ήταν το πεδίο της μάχης που η θέα του δεν επιστρέφει ποτέ στους νικητές. Παραμένει κοκκαλωμένη σε όλη τη ζωή τους.
 
Τα κόκκινα δάνεια. Ο κόκκινος Ρούντι. Το άλικο γράμμα.
 
Ηταν τότε που ήρθε το μέλλον να σκεπάσει, πάχνη απειλητική, τα προσιόντα. Τα ενδιάμεσα χρόνια, απλώς δεν υπήρξαν. Κι άς ήταν πενήντα και βάλε. Κανένα βάρος.
 
Ό,τι άξιζε, ήταν η αγριομουριά. Στεφανωμένη με πρόσωπα, καθώς αυτά που ανταμώνω στην τηλεόραση να εκθέτουν επιχειρήματα και σπανίως τα βλέπω, αφού γράφω δίπλα στην οθόνη, με το βλέμμα στο μόνιτορ.
 
Το τοπίο βούλιαξε μέσα στο παρόν μου, και ολόγυρα μερικά ρημόουτ κοντρώλ, δυό τηλέφωνα, πολλά πακέτα τσιγάρα, η τσάσκα με τον καφέ,ο διάφανος πλαστικός αορτήρας με τα χάπια της εβδομάδας, βιβλία που έμαθα να ξαναδιαβάζω απλώς μυρίζοντας το εξώφυλλο.
 
Μέσα στο κεφάλι, η αγριομουριά και η μουσική της ημέρας, αχώρητη:The dreams of the night time will vanish by dawn /And time waits for no one, and it won't wait for me
 
Άλλες εκατόν τριάντα συν μία λέξεις και θα κοιμηθώ.
 
Αν, αντί να παίζω τον παρεούχο, ήτοι τον ενδυθέντα το παρεό της παρέας μου, βλέποντας τον Ηλία του έκραζα από μακριά α ρε Ηλία, μεγάλε, έλα, σου ζεστάναμε τη θέση το ίδιο απόγεμα θα κάναμε παρέα στα ποδοσφαιράκια, θα πίναμε από εικοσιπενταράκι μπουκαλι ένα συνεταιρικό ούζο, θα με έπρηζε με τα ποδοσφαιρικά του και θα κυλιόταν στο γκρομπετόν από τα γέλια με ένα ανέκδοτο.
 
Οπότε η εξαφανισμένη σήμερα σε ένα δάσος αλόγιστης δόμησης αγριομουριά, δεν θα ήταν η προσωπική μου κόλαση, εν δόξη και εντός μήνης φωτός.
 
Θα ήταν ξυλεία για την σκάλα του Ιακώβ, ξεφάρδια δίπλα στην πριονοκορδέλα του Ζαμίδη.Τουλάχιστον μια φορά θα ψήφιζα ένα κόμμα που εντέλει κυβέρνησε και παίζοντας σκάκι με τον εαυτό μου, είμαι βέβαιος πως κάποτε, σε μια παρτίδα,  θα τον νικούσα. Και με τα μαύρα.