• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Eξάπλωση των Οθωμανών στα χρόνια του αμηρά Ουρχάνη
Με βία και ηδονή
Πάνος Θεοδωρίδης | 13.01.2015 | 05:59
O Παλαμάς, ασθενικός και καταχείμωνο, δέσποτας των Θεσσαλονικέων, πήρε μαντάτο να πάει στην Πόλη, που τον ζήτησε ο βασιλέας του. Βρήκε μια κυβαία, χοντροφτιαγμένο σκαρί με στρόγγυλη πλώρη, με ελάχιστα κουπιά για τις μανούβρες και με ανεπαρκή πανιά γιά ταχυπλοϊα. Ηταν ένας θαλάσσιος ιπποπόταμος, αργός και ασφαλής, την ώρα που Γενουάτες και Βενετσιάνοι έσκιζαν τα νερά με τριπλάσιες ταχύτητες, μαγεμένοι απο τον έλεγχο του ανέμου μέσα απο τα σύνθετα ,εναντίως υποβοηθούμενα πανιά τους.
 
Τους καθυστέρησε ο λίγος άνεμος, με τις άπνοιες του Φλεβάρη 1354,και ο Παλαμάς είχε τον καιρό να χτενίζει τα υπομνήματά του. Ηταν επιτέλους νικητής σε όλες τις έριδες. Ο Ησυχασμός ήταν θεσμικά κατοχυρωμένος από το 1349. Η πανούκλα του 1347 δεν πείραξε πολύ την πόλη του. Εννιά χρόνια έξω από τη Σαλονίκη, άνκαι μητροπολίτης της, λόγω της εναντίωσης των Ζηλωτών, έκλεινε πενταετία στον θρόνο του, μπαίνοντας στην πόλη που είχε καταληφθεί από τον μεγάλο προστάτη του τον Κατακουζηνό.
 
Οι Σαλονικιοί τον κοίταζαν στραβά, αλλά προσπαθούσε να τους καλμάρει. Οι άνθρωποί του ξανάνοιξαν τα μοναστήρια,οι ευγενείς πήραν πίσω τα κατασχεμένα και τους έδωσαν κι άλλα. Οι Ζηλωτές, όσους δεν έσφαξαν οι λεπίδες, σάπιζαν στο κάστρο του Πλαταμώνα, φορτωμένοι με πλήθος κριμάτων.
 
Ανησυχούσε μόνον επειδή ο προστάτης του δεν ήτον πλέον ρήγας και βασιλιάς, διότι παραιτήθηκε και τώρα τον περίμεναν στην Πόλη ο μικρός  Ιαννάκης και η μάνα του, η Άννα της Σαβοϊας, που επιτέλους θριάμβευε, κι ας χάθηκαν οι υποστηρικτές της, σχεδόν όλοι, τοξευμένοι στον εμφύλιο.
 
Η κυβαία προσέγγισε τον Ελλήσποντο και το τσούρμο με τους ταξιδιώτες και τα εμπορεύματα, πήραν την γνωστή πλεύση προς την βόρεια ακτή, μαθημένοι εδώ και τριάντα χρόνια, που η ασιατική πλευρά ήταν στα χέρια του Αμηρά Ουρχάνη και των Οθωμανών, που έχτιζαν το κράτος τους στην Προύσα, και αύξαιναν το βιός τους ως μισθοφόροι στους βυζαντινούς πολέμους.
 
Αλλά τους περίμενε θέαμα αποτρόπαιο. Το καστέλι της Τζύμπης, δυναμάρι των Ρωμιών, ηταν ραγισμένο και ρημάδι, από έναν πρόσφατο σεισμό, και μυρμήγκιαζαν αμέτρητοι Τούρκοι, που έστηναν τα καλύβια τους και παραμόνευαν στα λοφάκια. Ο καπετάνιος με το βαρύ σκάφος, ήταν αδύνατο να αλλάξει πορεία.Η κυβαία τριγυρίστηκε απο στενές ταχύτατες βάρκες, που την έδεσαν και την έφεραν στα ρηχά, οπότε και κόλλησε.
 
Ανέβηκαν στο κατάστρωμα και μετά μικρή αντίσταση έπιασαν τους Ρωμιούς και τους έδεσαν. Έκριναν κατά το ρούχο καθενός. Αλλοι είχαν τη μοίρα του σκλάβου, άλλοι ,οι ρασοφόροι και μερικοι μεταξωτοί, τους πέρασαν απέναντι, στη Λάμψακο. Τους μέτρησαν, τους κατέγραψαν και έστειλαν μαντάτα στην Πόλη «αυτούς έχομεν δέσει και θέλουμε τόσα χρυσά γιά τον έναν και άλλα χρυσά για τον άλλον». Για τον Παλαμά, που μάθανε πως ήταν συσταζούμενος, ζητούσαν τα τρίδιπλα.
 
Επτά  μέρες τους έδερναν και τους τυραννούσαν, δεμένους και γυμνούς μέσα στο αγιάζι ,αρχές του Μάρτη.Τους τριγύριζαν ζητώντας παραπάνω λύτρα ενώ οι χριστιανοί, μαθαίνοντας πως πιάστηκε δέσποτας, δακρυσμένοι τον ρωτούσαν πως έγινε και εχάθη το κλέος των Ρωμαίων και τι θα απογίνουνε τώρα.
 
Τελικά ,τους χώρισαν και τους ρασοφόρους τους πήγανε σε τόπο ονόματι Πηγές, με πολλούς χριστιανούς και εκκλησία, όπου έβαλαν τον πιό πλούσιο χριστιανό να τους ντύσει, να τους ταϊζει και τα τους κοιμίζει. Συνήρθαν οι άνθρωποι και έμειναν στις Πηγές τρεις μήνες.
 
Ιούνιο μήνα,πήραν τον Παλαμά και τον πήγαν  στην Προύσα, στα παλάτια του Ουρχάνη. Σε ένα μέρος εξοχικό, έστρωσαν τράπεζα και  ο Ισμαήλης, εγγονός του εμίρη, του αμηρά, με πολλούς άρχοντες, έφαγαν κρέατα και καλούδια, ενώ ο Παλαμάς ζήτησε φρούτα που του τα προσκόμισαν.
 
Αφορμή για συζήτηση. Ο Ισμαήλης ρώτησε να μάθει πως νηστεύουν οι χριστιανοί, επειδή αυτοί κρατάνε μεγάλες ημερήσιες νηστείες. Τους απάντησε πως αυτοί νηστεύουν σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες-όπως ο Χριστός στην έρημο.
 
Μετά η συζήτηση πήγε, με ευγένεια ,σε άλλα . «Δέχεστε και αγαπάτε τον προφήτην ημών Μεχούμετ;». «Όχι, δεν τον αγαπάμε και δεν τον δεχόμαστε» απαντά ο Παλαμάς. «και γιατί παρακαλώ;» «Αν δεν πιστεύεις στα λόγια του διδασκάλου, πως γίνεται να τον αγαπάς;» αντιρωτάει ο μητροπολίτης. Το γεύμα κύλησε ειρηνικά, χωρίς φασαρίες. Ο Ισμαήλης ήταν πειρακτικός, αλλα όχι απότομος, ανκαι έλεγαν γι αυτόν πως ήταν μέγας χριστιανομάχος.
 
Τα νέα μαθεύτηκαν και ο Ουρχάνης  ρώτησε τον Ρωμιό εξ Αρμενίων γιατρό του, τον Ταρωνείτη «τις ποτέ και οίος εστίν  ο καλόγερος ούτος;» Ο Ταρωνείτης του εξήγησε και  ο Ουρχάν σχολίασε «έχω κι εγώ σοφούς που θα τον αντιμετωπίσουν». Ο Παλαμάς κλήθηκε στη Νικομήδεια, στην κατοικία του Ουρχάνη, που έβαλε πρόεδρο του διαλόγου τον στρατηγό του τον Παλαπάνο. Ήταν μιά τοποθεσία χαρίεσσα, σε λόφο.
Ο Ταρωνείτης κράτησε πρακτικά, που αντίγραφά τους κυκλοφόρησαν σε πολλά μέρη.
 
Οι Χιόνες ήταν είτε μιά οικογένεια ,είτε μιά αδελφότητα που εμπιστεύονταν ο Ουρχάν. Ηταν μουσουλμάνοι, μάλλον εκ χριστιανών, αλλά και με μεγάλη γνώση της Εβραϊκής πίστης.
 
Η εισήγηση του Παλαπάνου ήταν στο ίδιο ζήτημα που απασχολούσε τον Ισμαήλ.
«Ο Αυθέντης μου ζητά να απαντήσεις πως ενώ εμείς δεχόμαστε τον Χριστό και τον αγαπούμε και τον τιμούμε, και υποστηρίζουμε πως είναι Λόγος και Πνοή Θεού, κι έχουμε την Μητέρα του δίπλα στον Θεό, εσείς δεν δέχεστε τον Προφήτη μας και δεν τον αγαπάτε;»
 
Ο Παλαμάς εξήγησε και μετά ανέλαβαν οι Χιόνες.   « Δεν αγαπάτε τον Μεχούμετ. Γιατί δεν έχετε την Περιτομή; Κι ενώ οι Γραφές απαγορεύουν την λατρεία των ειδώλων, εσείς γιατί τιμάτε τις εικόνες;» Πάλι τους εξήγησε.
 
Στο τέλος, ο Παλαπάνος και οι άρχοντες αποχώρησαν χαιρετώντας τον με σεβασμό, αλλά η ηρεμία διαταράχτηκε από ένα βίαιο επεισόδιο. Ενας από τους Χιόνες, περίμενε και σε κατάλληλη στιγμή, έβρισε τον Παλαμά και τον βάρεσε «κατά κόρρης», με χαστούκια στο πρόσωπο
 
Μετά, τον έστειλαν στη Νίκαια, ενώ περίμεναν τα λύτρα του. Η συνοδεία του έφυγε, αφου πλήρωσαν οι φαμίλιες τους.Ο Παλαμάς έμεινε στην μονή του Υακίνθου.
Μιά μέρα, βγήκε  περίπατο έξω από την ανατολική πύλη και εκεί, από μακριά, είδε μιά μουσουλμανική κηδεία, όπου ένας ιερωμένος τους, τασιμάνης, με υψωμένα χέρια, έκαμε ευχές γιά τον απελθόντα. Ο Παλαμάς ζήτησε διερμηνέα και κάλεσε τον τασιμάνη κοντά του, οπότε και συζήτησαν.
 
Μαζεύτηκε κόσμος, χριστιανοί και μουσουλμάνοι και άκουγαν.
 
-Πρόσεξα πως οι επικλήσεις σου ήταν προς τον προφήτη σου, τασιμάνη. Δεν θα έπρεπε να ζητάς έλεος και από τον Χριστό,που είναι και δικός σας κριτής του Κόσμου, κατά τα λεγόμενα του Αβραάμ και του προφήτη Δανιήλ που κι εσείς παραδέχεστε;
 
-Ο Χριστός είναι Θεός;
 
-Όπως το φώς του Ήλιου απο τον ήλιο προέρχεται!
 
-Μα τι λες, αγανάκτησε ο τασιμάνης. Εμείς δεχόμαστε όλους τους προφήτες και τον Χριστό, όπως και πως η θεία αποκάλυψη του Ευαγγελίου, ήρθε εξ ουρανών. Πως γίνεται και εσείς δεν δέχεστε τον δικό μας προφήτη, και απιστείτε στο δικό του βιβλίο, το Κοράνι, που κατέβηκε και αυτό από τον Ουρανό;»
 
-Το δικό μας συνήθειο, αρχαιότατο, είναι να μη δεχόμαστε την Αλήθεια αμάρτυρη. Είτε από έργα και γεγονότα, είτε από αξιόπιστα πρόσωπα. Πιστεύουμε λοιπόν στον Μωυσή και στα ιερά βιβλία πουμαρτυρούν για την δράση του, και στον Χριστό,όχι μόνον για τα μεγάλα και εξαίσιά του έργα, αλλά γιά την έλευσή του μαρτυρεί και ο Μωυσής και οι άλλοι προφήτες. Οι προφήτες, δεν έχουν λέξη για τον Μωάμεθ, μήτε έκαμε πολλα θαύματα που προκαλούν την πίστη. Γι΄αυτό δεν πιστεύουμε μήτε στον ίδιο, μήτε στο βιβλίο του.
 
-Δεν είναι έτσι. Τα ιερά σας Ευαγγέλια είχαν μαρτυρίες γιά τον προφήτη μας, αλλά εσείς τις σβήσατε και χάθηκαν. Όσο για τα έργα του, σε όλην την Οικουμένη ο Θεός του χαρίζει νίκες ενάντια σε όλα τα έθνη.
 
-Ανάλλαγο κι αναλλοίωτο είναι το Ευαγγέλιό μας. Φριχτές τιμωρίες αναμένουν όποιον τολμήσει να αλλάξει μιά κεραία σε θεοχάρακτα λόγια. Τόσες μεταφράσεις υπάρχουν, και τέτοιες αλλαγές δεν έγιναν. Ακόμη και οι δικοί μας αιρετικοί, μερικοί σαρακηνόφρονες, σαν κι εσάς, δεν έχουν τέτοιο βιβλίο. Το Ευαγγέλιο έχει πολλά αντίθετα από το Κοράνι. Και στηρίζεται στις προρρήσεις των προφητών. Δεν αναφέρουν τίποτε για Μωάμεθ οι προφήτες. Απεναντίας, γράφεται πως «θα έρθουν ψεύτικοι Χριστοί και ψεύτικοι προφήτες και θα πλανήσουνε πολύν κόσμο». Βέβαια, ο Μωάμεθ κατάκτησε πολλούς λαούς. Με πόλεμο, με λεπίδι, με διαγούμισμα και αιχμαλωσίες και πλήθος σκοτωμούς. Αυτά δεν τα προκάλεσε ο αγαθός Θεός, αλλά η ανθρώπινη Ύπαρξη.  Και ο Αλέξανδρος κατάκτησε την Ανατολή και άλλοι μεγάλα τμήματα της Οικουμένης, με τον στρατό τους. Και παρόλο που ο Μωάμεθ χρησιμοποίησε βία και ηδονή δεν κατάκτησε τον κόσμον όλο! Με το Χριστό, απλωθήκαμε στην Οικουμένη χωρις βία, και μάλιστα υπερισχύοντας της βίας των άλλων. Αυτό είναι νίκη!
 
Οι Τούρκοι άρχισαν να εξαγριώνονται, οπότε οι χριστιανοί του ένευσαν να χαμηλώσει τον τόνο. Ο Παλαμάς με ιλαρό ύφος είπε
 
-Διαφωνούμε ,όπως είναι φυσικό.Αν συμφωνούσαμε,θα είχαμε την ίδια πίστη!
 
Βγαίνει τότε μπροστά ένας Τούρκος και δηλώνει:
 
«Θά΄ρθει ο καιρός που θα συμφωνήσουμε μεταξύ μας»
 
«Συμφωνώ» απάντησε ο  Παλαμάς.
 
Όταν ,αργότερα, οι δικοί του παρατήρησαν πως η δήλωσή του θα έφερνε ζητήματα στο εκκλησίασμα του, απάντησε πως εννοούσε «θα τα βρούμε στην Δευτέρα Παρουσία, όταν θα μετρηθούμε ενώπιον του Χριστού» και με αυτό το πνεύμα εξηγεί τη λέξη του σε μιά από τις επιστολές του.
 
Αυτό ήταν , χονδρικώς, το περιεχόμενο τριών κειμένων "εκ της αιχμαλωσίας", ήτοι δύο επιστολες του Παλαμά και το πρακτικό του Ταρωνείτη. Ο μητροπολίτης και μετέπειτα άγιος, γύρισε στην Πόλη, καθώς τα λύτρα πλήρωσε είτε  ο προστάτης του Κατακουζηνός, ήδη μοναχός, είτε η Σερβική δυναστεία. Πέθανε το 1359. Το 1361οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Αδριανούπολη, και έσβησαν το βουλγαρικό βασίλειο του Σισμάν, ενώ με το σπαθί του Γαζή Εβρενός κατέλαβαν τα μισά Βαλκάνια. Στο Κοσσυφοπέδιο νίκησαν τους Σέρβους και μετά τρια χρόνια μπήκαν στη Σαλονίκη. Το "συμφωνώ" του Παλαμά στην συζήτηση με τον τασιμάνη, ακόμη αποτελεί σημείο έριδας μεταξύ των Οικουμενιστών και των συντηρητικών Ορθοδόξων, που θεωρούν την διαλλακτικότητά του αποτέλεσμα του βίαιου περιβάλλοντος όπου ειπώθηκε.