• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Αχνός από τα προπνιγεία των λουτρών
Πάνος Θεοδωρίδης | 02.01.2015 | 04:20
Είδα τον φίλο μου τον  Μπίλη, πάνω που έληγε η γιορτή του. Είχε το είδος και το σχήμα βαθέος επιτυμβίου ιταλικού αναγλύφου διότι η πέτρα Κουφαλίων όπου τον πρωτοσκέφτηκα, θα φύραινε ακόμη και με την πρώτη βροχούλα. Μοιράζονταν την παράσταση της παρουσίας του με δυo συγκατοίκους του στο πλανήτη που έφυγαν νωρίτερα: τον Νίκο Ναουμίδη και τον Μίμη Σουλιώτη.
 
Ο Μπίλης  πέθανε Σεπτέμβριο.
 
Υπήρχαν σε διαφορετικές καταστάσεις λήθης, μνήμης, λησμοσύνης και επαφής με τον τετριμμένο μας κόσμο, των τάχα ζωντανών.
 
Για τον καθένα είχα κρυμμένα λόγια αφοσίωσης, χαρμολύπης και άλλων αφασικών δοξασιών, αλλά δεν με άκουγαν.
 
Στο κέντρο ήταν ο Μίμης, ένας σγουρομάλλης ποιητής που αποξενώθηκε μόλις από το έργο του, καθώς έκλεινε πάνω από δυο χρόνια χωρίς πραγματικά γενέθλια. Ξαναδιαβάζοντας τις γραμμές του, καταλάβαινα για ποιόν λόγο φώτιζε τις λέξεις του με τόσο χιόνι.
 
Αριστερά του ο Νίκος ιστορημένος με το πραγματικό βάρος της ψυχής του, ενδιάμεσα χαμένος, ο πιό σιωπηλός και έτοιμος για αναχώρηση, καθώς είχε θεοτική την σφραγίδα και ήταν ελαφριά τα κρίματά του, ήτοι φόβο και κανέλλα, πειραχτικός και λάτρης των αναγνώσεων.
 
Ο Μπίλης κοίταζε έξω από το πλάνο,εμβρόντητος από καιρό, και ενημέρωνε τους άλλους για τα γήινα τρέχοντα. Δεν μπορώ να πω ότι καταλάβαινα τις ερμηνείες του, αλλά αισθανόμουν μαζί του ασφαλής, παιδικός, αφοσιωμένος.
 
Μου έφτανε που δεν έχασα ίχνος από την χροιά της φωνής τους και θυμόμουνα κάθε λέξη από τις μεταξύ τους συναντήσεις, άλλοτε σε μια δανεική δίλιτρη αμαξάρα, σε μια γυάλα κλεισμένους ανάμεσα σε περιγραφές που τους έφερναν δάκρυα από τα γέλια.
 
Αυτοί που τους είδαν άπαξ μαζί, ξέρουν τι λέω.
 
Ο Μπίλης ήταν ο  πιο κατατοπιστικός, μιλώντας για κάποια  εκβολή ποταμού, μάλλον του Αλιάκμονα, στα όρια της ελληνικής κόλασης κι ενός φρυγικού παραδείσου. Στην νέα τους χώρα δεν είχε τσίπουρο και πουσσάπς, μάρλμπορο και άφιλτρα, ουίσκι και ανθρώπους που κοιτώντας τους, να ξεκουράζουν το βλέμμα τους.
 
Είχε όμως κρασί.
 
Το ανάγλυφό τους το απολεπίζουν βάναυσοι περαστικοί, λάτρεις του στυλ και της επίγειας σαχλαμπίχλας, άτομα που πίστευαν πως είναι κι αυτή μια στάσις, νοιώθεται.
 
Είδα τον Μπίλη, δηλαδή τον Μίμη, άρα και τον Νίκο. Σε ένα δάσος πεθαμένων φίλων και αγνώστων μου, απαραίτητων σε άλλες συνειδήσεις.
 
Πίσω τους ο ατμός απο τα προπνιγεία των λουτρών  που αναπαύονται. Εν οις ενοσφίσθησαν.
 
Αυτοί που τους είδαν μαζί η χωριστά, ξέρουν τι λέω.