• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Δημήτρης Γαλάνης, Προμετωπίδα κεφαλαίου, 1937. Εγχρωμη ξυλογραφία (λεπτομέρεια).
1. Η Βασική Δισκοθήκη, μια σωστή αρχή
Έλση Σαράτση | 06.06.2015 | 15:39
Στα μεταξύ αινιγμάτων διαλείμματα ο Σέρλοκ Χολμς έπαιζε βιολί και συμπλήρωνε τη μελέτη του για την πολυφωνία του Ορλάντο ντι Λάσο. Που η μουσική του, όπως την άκουσε την ίδια περίπου εποχή μέσα σε μια εκκλησία της Ρώμης, αποκάλυπτε στον Κλοντ Ντεμπισί τα «φρέσκα χρώματα στις ζωγραφιές μιας παλιάς σύνοψης», αλλά και πόσο μονότονο ήταν το «κουτί σονάτας» σαν κανόνας της μουσικής μορφής, όταν η ποιητική κατασκευή μπορούσε να τελεσφορήσει με άλλα ανυποψίαστα υλικά.
 
Το δωμάτιο της μουσικής είχε πάντα ανοιχτά τα παράθυρα και τις πόρτες για να μπαινοβγαίνουν καινούργιοι καλόδεχτοι επισκέπτες και ζωογόνος άνεμος, που φρεσκάρει την ικμάδα της έκφρασης και ανανεώνει τη ζωή των ιστορικών μουσικών μορφών. Σε αυτό το δωμάτιο, που έχει κι αυτό τοίχους, που καταργούν αλλά και καθιερώνουν τη συγγένεια με τον κόσμο, σε αυτούς τους τοίχους, φοδραρισμένους από το πάτωμα ως την οροφή με βολικά ράφια, φανταζόμαστε τη θέση και κατοικία του μουσικού κανόνα: καλόδετοι τόμοι θησαυρισμένης μνημοσύνης, καλειδοσκοπικά υποκατάστατοι, χωρίς επίκεντρο θέμα. Ο βιβλιοθηκάριος μοιάζει κάπως με τον Φανοκόρο του Μικρού Πρίγκιπα – αλλάζει, μεταθέτει, αντικαθιστά και καταργεί, όπως εκείνος άναβε και έσβηνε τον πλανήτη του, σε διατεταγμένο αστρικό καθήκον με άγνωστο εντολέα, γνωστή διαδικασία και σίγουρη την οικονομία του φωτός στην απόκοσμη απεραντοσύνη.*
 
Με χρόνια και καιρούς που κρατούν δεν κρατούν έναν αιώνα τώρα, η εκδοτική δραστηριότητα της ηχογραφημένης μουσικής, η δισκογραφία, ίδρυσε το δικό της μουσικό βασίλειο, έναν αντίκοσμο της μουσικής σύνθεσης, εγκοσμιότερο, ίσως εμπορικότερο, το ίδιο ψυχαγωγικό: κι εδώ, ένας κανόνας φοδράρει το μουσικό δωμάτιο – η αγαπημένη, βασική ή όχι, προσωπική δισκοθήκη. Παίρνει κανείς μαζί του στο πουθενά τα πράγματα που αγαπάει. Με αυτήν την έννοια, η βασικότερη δισκοθήκη είναι και η προσωπικότερη. Μόνο που για αυτές τις προτιμήσεις του πρέπει κανείς να είναι τόσο επιφυλακτικός όσο και για τους αιφνίδιους έρωτες – όσο δεν γνωρίζεις γιατί άρχισε κάτι, άλλο τόσο δεν γνωρίζεις και γιατί θα τελειώσει. Λιγότερο ή περισσότερο προσωπική, η καλή και βασική δισκοθήκη πρέπει να κρατάει τις αποστάσεις της από τα κεραυνοβόλα αισθήματα και να προβλέπει χώρο για τη σταθερότητα που εξασφαλίζει η συνέχεια της μνήμης. Μια αστραπή μας αποκάλυψε το πρόσωπο ενός φίλου – σίγουρα δεν είναι ο ίδιος αιφνίδιος φυσικός φωτισμός που κατά το μέσο του 20ού αιώνα ανέδειξε στο αποσπασματικό Αντάτζο του Αλμπινόνι την πλαστή προσδοκία ενός φανταστικού μπαρόκ που προσφέρεται για κάθε χρήση, οδήγησε σε χιλιάδες πωλήσεις δίσκων όπου αυτό το αισθηματικά ασφαλές προϊόν ανακρούεται με κάθε τέμπο και κάθε προνόμιο – να μην ξεχνάμε το εμπορικό μνημείο που ύψωσε ο Χέρμπερτ φον Κάραγιαν εμπλέκοντας δεκάδες έγχορδα της Φιλαρμονικής του Βερολίνου στην απόδοση ενός υβριδικού πάθους με άγνωστο υποκείμενο, πηγή και ερέθισμα αλλά γνωστούς μάρτυρες. Και γιατί τότε θα περιλαμβάνεται σε αυτήν τη συμμαζεμένη πρόταση βασικής ή προσωπικής δισκοθήκης αυτή η μουσική παρεκτροπή που πάντως δικαιώνεται κάποτε για εξωφρενικούς λόγους – ας πούμε, από τη χρήση που της επιφύλαξε ο πάντα πρωτοπόρος Όρσον Ουελς στην ηχητική μπάντα της Δίκης, σαν τετριμμένη μουσική αγωνία που ενέτεινε την μεταφυσική αμηχανία του Άντονι Πέρκινς στο ρόλο του Κάππα; Μα γιατί η κοσμική συνήθεια και η ρουτίνα δημιουργούν παράδοση και κανόνα, που ενισχύουν τη δυνατότητα της αναφοράς σε αρχέτυπα με οικονομική μυθική διάρκεια, τα οποία, σφαλερά ή όχι, υπερτερούν απέναντι στους παλιούς ακίνητους θεολογικούς μύθους - έχουν τη δυνατότητα να παραδεχτούν την καταστατική τους υποκρισία και να αυτοαναιρεθούν. Και για λόγους συναισθητικούς – απολαμβάνει κανείς περισσότερο το πιλάφι του, αν έχει παρακολουθήσει τη Σιλβάνα Μάγκανο στο Πικρό ρύζι.
 
Σίγουρα απολαμβάνουμε περισσότερο και βαθύτερα την πραγματικότητα όσο περισσότερο γνωρίζουμε τα καθημερινά της υλικά – και αν έχουμε κάτι κερδίσει από την παραμοντέρνα αποδομητική υστερία είναι ελπίζουμε η συνείδηση του πόσο ανώφελος είναι ο αισθητικός σνομπισμός και ότι υπάρχει και κομφορμισμός της πρωτοπορίας.
 
 
Η καινούργια αυτή έκδοση της Βασικής Δισκοθήκης θα έχει αλλαγές και προσθήκες.
 
Ο βιολογικός και ο ιστορικός κύκλος προβλέπουν ότι τα όντα μεγαλώνουν, ωριμάζουν, εκφυλίζονται, ξαναγεννιούνται, ανανεώνονται, μεταμορφώνονται.
 
Έτσι και οι δισκοθήκες.
 
Τούτα τα λίγα και λειψά είναι ένα κέρασμα που οφείλεται από καιρό στον συνομιλητή ενός (και) μουσικού διαλόγου, που κρατεί κοντά πενήντα χρόνια (1966-2015) και πολλά με ευεργέτησε. Είχε τον τρόπο η στιβαρή παιδεία του Γιώργου Σαββίδη, και το κομψό του γούστο, να με προσγειώνει στην ευστοχία – αμέριμνα σχεδόν, όταν με άκουσε να παιδεύομαι με τη μετάφραση του τίτλου της όψιμης συλλογής τραγουδιών του Μπέντζαμιν Μπρίτεν, σε λαϊκότροπα ποιήματα του Ρόμπερτ Μπερνς, A Birthday Hansel, αρπάζοντας ακαριαία τις αναφορές της παλιάς σκοτσέζικης λέξης hansel και φέρνοντάς την απάγγια σε φιλόξενα ελληνικά γλωσσικά νερά, πρότεινε “Γιατί όχι “κανίσκι”; Αυτό το «κανίσκι» με αναστάτωσε – τίποτα πιο εύστοχο δεν ήταν μπορετό. Κρατούσε την ιστορία της γλώσσας από τα αρχαία χρόνια (κάνεον ή κανίσκιον για το καλάθι με τα δώρα και τις προσφορές) μέχρι το Χρονικό του Μορέως («μέγα κανίσκιν του έδωσε, πολλά τον ευχαρίστα») και τον Παλαμά. Ακολουθώντας μιαν άλλη διδαχή του, δεν υιοθέτησα το “κανίσκι”, επειδή δεν είχα βιωματική σχέση με τη λέξη. Περιορίστηκα στο “πεσκέσι” (Πεσκέσι Γενεθλίων έμεινε τελικώς). Και μάλλον μετανιώνω.
 
Πάντως, θεμελιακό ρόλο σε αυτήν την καινούργια έκδοση της Βασικής Δισκοθήκης θα παίξει αναγκαστικά κάθε είδους Τάφος ή Tombeau – με πρώτα και καλύτερα τα δέκα έργα των δέκα συνθετών (Πολ Ντικά, Αλμπέρ Ρουσέλ, Ευγένιου Γκόοσενζ, Τζαν Φραντσέκο Μαλιπιέρο, Μπέλα Μπάρτοκ, Φλοράν Σμιτ, Ίγκορ Στραβίνσκι, Μορίς Ραβέλ, Μανουέλ ντε Φάλια και Ερικ Σατί) του ειδικού μεταθανάτιου αφιερώματος της Μουσικής Επιθεώρησης (La Revue Musicale, Supplément au Numéro 2 du 1er Décembre 1920) στον Κλοντ-Ασιλ Ντεμπισί. Μοναδικά διαβατήρια στη μουσική του 20ού, μα και του 21ου αιώνα, και “όλ’ αυτά τυλιγμένα με το σινδόνι της αγάπης”. Και επιτέλους
 
O mangiare da questa minestra
                       o saltare da questa finestra
 
 
 
*Δεν θα ήταν άσχετη από το θέμα η επείγουσα αναφορά στην μουσικότερη μετάφραση του κλασικού αυτού βιβλίου στα ελληνικά, με την προσθήκη ότι δεν κυκλοφορεί στο εμπόριο και είναι δυσεύρετη ακόμα και στα παλαιοβιβλιοπωλεία: έγινε από την Τίτσα Στυλιανέα, έχει – επιτέλους – τίτλο Το Πριγκηπόπουλο (με το αποδεκτότερο τότε ορθογραφικά η, φέρνει στην ελληνική ιθαγένεια τον petit Prince αβίαστα, με τον σωστόν υποκορισμό και την αξιοπρέπεια που αρμόζει, και χωρίς τους περιττούς και γλυκανάλατους συνειρμούς και την ασάφεια του μικρός Πρίγκιπας – «άχου, μικρούλης ο καημένος», σα να λέμε) και τυπώθηκε το 1957 από το μετριόφρον Εργοστάσιο Γραφικών Τεχνών “Πελαργός”, που, εκτός από τον κολοφώνα του βιβλίου, εμφανίζεται συμβολικά, με μικρό γραφικό λογότυπο έναν πελαργό και φόντο-πλαίσιο πυραμίδα, στο εξώφυλλο. Άλλα ίχνη της εξαίρετης Τίτσας Στυλιανέα δεν ανιχνεύονται στην μεταφρασμένη ή πρωτότυπη λογοτεχνία. Ούτε και του “Πελαργού”. Πάντως η έκδοση του “Πελαργού” κυκλοφόρησε σχεδόν ταυτόχρονα με την πρώτη στα ελληνικά έκδοση του βιβλίου από τον “Δίφρο”, σε μετάφραση Ρένας Οικονομίδου και με Πρόλογο του Ροζέ Μιλιέξ. Οι εύλογες προσδοκίες του αναγνώστη από τη μετάφραση του Στρατή Τσίρκα, στις εκδόσεις “Ηριδανός”, στο πλαίσιο της αναγκαστικά μεταφραστικής δραστηριότητας του συγγραφέα, στα χρόνια της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967, οφείλουν να ικανοποιηθούν κυρίως με την εύστοχη επικαιρότητα της εκδοτικής χειρονομίας, αλλά και τα εξαιρετικά Ολίγα για το έργο και το συγγραφέα, που προτάσσονται από τον Τσίρκα στη μετάφραση. Η δημοτική της μετάφρασής του όμως πάσχει από μέτριους ρευματισμούς, αν συγκριθεί με τη σβελτάδα των καθημερινών ελληνικών της Στυλιανέα, που συγκρίνεται άφοβα, αμ και ξεπερνά, τα σπαρταριστά ελληνικά του Τρελαντώνη, για παράδειγμα. Είναι χαρακτηριστικός ο κακόηχος σολοικισμός «φαναρανάφτης» του Τσίρκα αντί του ομαλού «φανοκόρος» της Στυλιανέα (ο Δημητράκος καταγράφει «φανάπτης» (παπυρικό), «φανανάπτης» (νεότερο), «φανοκόρος» (νεότερο), ο Κουμανούδης «φανανάπτης» αλλά και «φανάπτης», και «φανοκόροι» (στον πληθυντικό).