• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Nastiscreechia Krorluppia. «Τα βρωμερά πλάσματα σκαρφαλώνοντας σ’ένα κοτσάνι» κ. ά. από το «Βότανα Άλογα κι Αλφάβητα Παράλογα»του Έντουαρντ Λιρ, 1872.
Δεν υπάρχουν φαντάσματα.
Έλση Σαράτση | 21.03.2015 | 00:09
«Δεν υπάρχουν φαντάσματα». Ενώ το φάντασμα στην ιστορία του Τσεν Τσάι-χενγκ από τα “Εφτά Ανέκδοτα της Χρυσής Μπουκάλας” «κάνει την παρακάτω τίμια εξομολόγηση: “Η αλήθεια είναι πως τα φαντάσματα φοβούνται τους ανθρώπους”». Στην ιστορία «Τι λέει ο Τσάο Τσου-χσου», από τις «Σημειώσεις στο Ερημητήριο του Γιουέχ Γουέι», «ένας άνθρωπος που δεν φοβότανε τα φαντάσματα, βλέπει ένα φάντασμα. Αυτό προσπαθεί να τον τρομάξει με τα ξέπλεκα μαλλιά του και βγάζοντας τη γλώσσα του, όπως θα ’κανε το φάντασμα ενός κρεμασμένου. Εκείνος χαμογελάει στην εμφάνισή του και του λέει: “Είναι κι αυτά μαλλιά, μόνο που είναι εντελώς ξεχτένιστα. Είναι κι αυτή μια γλώσσα, μόνο που είναι λίγο μακρύτερη. Για ποιο λόγο να σε φοβηθώ;” Τότε το φάντασμα βγάζει το κεφάλι του και το βάζει πάνω στο τραπέζι. Χαμογελώντας ακόμα ο άνθρωπος, του λέει: “Δε σε φοβάμαι με το κεφάλι σου στη θέση του, γιατί να σε φοβηθώ χωρίς το κεφάλι σου;” Το φάντασμα κατατροπώθηκε έτσι εντελώς». Παρακάτω, στην ιστορία «Ένας άνθρωπος χωρίς περιορισμούς», από το «Εκείνα που ο Κομφούκιος δεν τα συζητούσε ποτέ» του Γουάν Μέι, της Δυναστείας των Τσινγκ, ο άφοβος Τσάι Βέι-κουνγκ, «ένας σπουδαστής που είχε περάσει τη δοκιμασία των επαρχιακών εξετάσεων, έλεγε κάποτε: “Τα φαντάσματα έχουν τρία χαρακτηριστικά: Γοητεία, αναβλητικότητα και τρομοκρατικές ιδιότητες”». Η προσεκτικά διατυπωμένη εξήγηση αυτών των αντιφάσεων για τα φαντάσματα, τις συνδέει με την φαινομενική αντίφαση στρατηγικής με τακτική έναντι του εχθρού, Όπως έδωσε την πλήρη διατύπωση και ερμηνεία της ο Μεγάλος Τιμονιέρης. Σε μια συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας που έγινε στο Γιουκιάνγκ τον Δεκέμβριο 1958, είχε τονίσει ότι «δεν υπάρχει ούτε ένα πράγμα στον κόσμο που να μην είναι μια ενότητα αντιθέσεων, που να μην έχει μια διφυή φύση. Ο ιμπεριαλισμός κι όλες οι αντιδραστικές τάσεις έχουν κι αυτές μια διφυή φύση – είναι πραγματικές τίγρεις και τίγρεις από χαρτί συγχρόνως». Πάνω στην αφομοίωση της βαθυστόχαστης κινέζικης σοφίας και μέσα στο μαρτιάτικο ψιλόβροχο, λίγα τετράγωνα από το απαλλοτριωμένο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, κατά πάνω μου ξεμπούκαρε από το στόμιο του υπόγειου πάρκιγκ ορδή φαντασμάτων. Είχαν, τα πιο πολλά, και τα τρία χαρακτηριστικά, ή τα δύο τουλάχιστον: γοητεία, αναβλητικότητα και τρομοκρατικές ιδιότητες. Και ήταν, τα πιο πολλά, επώνυμα. «Αριστομένη!» κραύγασα καθώς τον είδα με τον τυπικό τρόπο που είχε να ξεκόβει από το πλήθος και να κατευθύνεται να με συναντήσει κάθε φορά, στους δημόσιους χώρους όπου ανελλιπώς συναντιόμασταν. «Και σ’έψαχνα να σου πω ένα σωρό αντιρρήσεις κτλ. Για πράγματα μουσικής φύσεως στα γραφτά σου». «Δείξε σεβασμό/Πες κάτι θετικό/ή βγάλε το σκασμό» μου αντιτείνει φορτίσιμο, τέλεια ασκημένος στο χιπχόπ. «Απόψε βάφουμε!» «Εννοείς το Πολυτεχνείο;!» – του κάνω χάσκοντας κι αποθαυμάζοντας. «Ώστε, ΕΣΥ-Υ-Υ;…» «Ό,τι κουνιέται γαμιέται και ό,τι μένει ακίνητο βάφεται» μου κάνει. «Μά, ΕΣΥ-Υ-Υ;…” ξαναλέω –«ο Μπένζαμιν Μπρίτεν, ο Πήτερ Πέαρζ, “Ρόδο μου άρρωστο/το αόρατο σκουλήκι που νυχτοπετά/Στης καταιγίδας την άγρια ιαχή”, ο Μπλέικ, η Ελεγεία, η Σερενάτα…». Γνέφει θλιμμένα – «Μα– άλ-λο-η–προ-σπά-θει-α- και άλλο–το-α-ποτέ-λε-σμα» χιπχοπάρει καθώς λιγοστεύει και τον διαπερνά μέχρι τελικής διαλύσεως η βροχή. Τότε -«Βρυχιέται ο γιός του Λος/αστράφτει και βροντά στο φορτωμένο αγέρα/σύννεφα πειναλέα κυλούν στα τάρταρα» - και να ο Σέρλοκ (Χολμς). Ελαφριά πίπα περιπάτου από μίρσομ για δροσερό κάπνισμα και καπέλο ελαφοκυνηγού – δεν μπορεί παρά να είναι αυτός. «Μπορεί μια δυνατή βεβαιότητα για ένα πράγμα, να το μεταμορφώνει;» του κάνω, από τον Μπλέικ, πάλι. «Όλοι οι ποιητές πιστεύουν πως μπορεί, αποκρίθηκε ο Ισαΐας» πιάνει αμέσως το νήμα. «Αλλά, αν εννοείς το Πολυτεχνείο, συνεχίζει, σιγά μη δεν πρόκειται για ποιητές. Και για να το πούμε χοντρά – “όπου θέα του Χρήματος, Τέχνη δεν υπάρχει παρά Πόλεμος μονάχα” όπως λέει αλλού ο ποιητής που είχε το δώρο να βλέπει οράματα. Αλλά για να ξεδιαλύνεις τα αξεδιάλυτα, πρέπει να έχεις μελετήσει τη λεπτή διαπλοκή των φωνών στην πολυφωνία του Ορλάντο ντι Λάσο – ή του Ζαν ντε Καστρό : “Καν ζε ντορ ζε νε σαν ριεν/ζε νε σαν νι μαλ νι μπιεν» στο ποίημα του Ρονσάρ π.χ. Τούτο και πράττω στα διαλείμματα της ντετεκτιβικής μου». «Μα αυτά που λες είναι συγκλονιστικά, του λέω, έχεις στοιχεία;» «Στοιχειώδες» λέει. «Είναι μια από τις περιπτώσεις όπου ο επιχειρηματολογών εντυπωσιάζει τον πλησίον του, διότι ο τελευταίος παρέβλεψε το λεπτό εκείνο σημείο που είναι η βάση του συμπερασματικού λογισμού. Με άλλα λόγια:
 
Διακρίνονται πέντε κύρια είδη γκραφίτι:
Επωνυμικά, που αναφέρονται σε μικρά όνόματα, αρχικά, παρατσούκλια, κωδική ταυτότητα.
Ερωτύλα και Αγαπησιάρικα, που ξεκινούν από ονόματα χαραγμένα σε κορμούς δέντρων και φτάνουν μέχρι κωδικοποιημένα μηνύματα για ομοφυλόφυλες πιάτσες στα πάρκα των πόλεων.
Άσεμνα, Πορνογραφικά και Σκατολογικά.
Θεωρητικά Κουλτουριάρικα, Σατιρικά Έμμετρα, Θυμοσοφικά και Ηθικοδιδακτικά.
Πολιτικά, Θρησκευτικά ή Κοινωνικά.
 
Χάρη στην αεροβατική ιδιότητα και αρετές του φαντάσματος έχω μια πρώτης τάξεως και από πρώτο χέρι εποπτεία αυτής της ασπρόμαυρης φαντασιοκοπίας. Και η διάγνωσή μου είναι: Πρώτον, δεν πρόκειται για γκραφίτι διότι δεν ανήκει σε κανένα από τα πέντε είδη που ανέφερα. Δεύτερον, κλίνει προς την τοιχογραφία (μιουρλ) ελευθέρας τεχνοτροπίας επονομαζομένης κάποτε και μπίλμπορντ, που γίνεται κατόπιν αδείας του ιδιοκτήτη του τοίχου, πράγμα που δεν ισχύει εδώ. Είναι σχεδόν βέβαιο πως κανείς δεν ζήτησε την άδεια κανενός. Λέω σχεδόν γιατί όπως και η ασπρόμαυρη επιφάνεια της βαφής, όλα κινούνται στην γκρίζα ζώνη μιας γενικής σύγχυσης ορίων και αρμοδιοτήτων. Ως τοιχογραφία (φρέσκο), για να συνεχίσω το συλλογισμό μου, δεν διαθέτει ίχνος από το ριζοσπαστικό «η Τέχνη είναι μια από τις ανθρώπινες εκκρίσεις» του Ζολά στα 1866. Είναι συμβατικότερη και από τα πιο συμβατικά δείγματα του επατέ λε μπουρζουά του δεκατουενάτου μας αιώνος. Δεν είναι καν ένα μουστάκι στη Τζοκόντα. Δεν είναι καν ένας ντροπιασμένος λαβύρινθος όπου ενεδρεύει ο Μινώταυρος. Σημειώνοντας το γεγονός ότι η σαρωτική έμπνευση του μουραλίστα δεν περιέλαβε τους δυο μαρμάρινους εγχάρακτους οδοδείκτες καταλήγω εύκολα πως πρόκειται για καλά πληρωμένη δουλειά, με καλά πληροφορημένο εντολέα, που γνωρίζει από τι πρέπει να φυλάγεται. Πρόκειται για εικονιστική παρωνυμία που εμπλέκει αθώους συνειρμούς και που σχεδιάστηκε και παραγγέλθηκε μετά λόγου γνώσεως. Και όχι μόνο για να εκπληρωθεί το ρηθέν από τον πάπα του είδους «να χρειάζεσαι λιγότερο χρόνο για να το φτιάξεις απ’ όσο χρειάζονται οι άνθρωποι για να το δουν».
 
Έμεινα με το στόμα ανοιχτό.