• • •
• • •
Vera J. Frantzh | 06.07.2017
Panos Dodis | 05.07.2017
Georgia Drakaki | 05.07.2017
Nicolas Androulakis | 05.07.2017
Ο θάνατος του Άγγελου
Χρήστος Ξανθάκης | 04.05.2017 | 08:49
Μεγάλωσα σ’ ένα σχολείο
στα Τρίκαλα
μ’ έναν συμμαθητή που τον λέγανε Μπλούτσο
στο ίδιο τμήμα
κι έναν άλλον που τον λέγανε Φούτσο
σε άλλο
και γελάγαμε όταν σκεφτόμασταν
ότι μπορεί να παντρευόταν
ο ένας την αδερφή του αλλουνού
αν είχαν αδερφές δηλαδή
αν είχαν τέλος πάντων
και να ήταν οι κυρίες
Φούτσου-Μπλούτσου
ή Μπλούτσου-Φούτσου
και ξεκαρδιζόμασταν
και νομίζω ότι και ο φίλος μου ο Άγγελος
θα γέλαγε
γιατί μερικές φορές
όχι όλες
μερικές φορές του άρεσαν τα σαχλά
κι ας είχε τη βιβλιοθήκη
με τα πέντε χιλιάδες βιβλία
μπορεί και δέκα
κι ας τα ήξερε όλα
όποτε ήθελα κάτι αυτόν ρώταγα
ως και την παλινδρόμηση του οισοφάγου ήξερε
για να μην πω για το κάρμα
που το έπαιζε στα δάχτυλα
και μου είχε πει τη μεγάλη κουβέντα
ότι το κάρμα δεν είναι τράπεζα
ακόμη περιμένω να με πληρώσει
ό Άγγελος όμως τα ήξερε όλα
και δεν θύμωνε καν αν τον έλεγες
κινητή εγκυκλοπαίδεια
παρόλο που θύμωνε εύκολα
και γινόταν μπαρούτι και χαλάζι
για να το ξεχάσει ύστερα από μια ώρα
και να σε πάρει να πάτε για μπύρες
και ποτά κερασμένα
για να πάνε κάτω τα φαρμάκια
και οι εφιάλτες επίσης
και τα φαντάσματα που ξόρκιζε
με δέκα πακέτα τσιγάρα
ημερησίως
με μισό χαμόγελο
με πικρό χαμόγελο
με γέλιο ξεκαρδιστικό
για την κυρία Φούτσου-Μπλούτσου
ή Μπλούτσου-Φούτσου
και γνήσια ανησυχία για το μέλλον
γιατί όσα δεν ήξερε τα μάθαινε
σε μια γνήσια αγωνία για τα μέσα τραύματα
και τη Μέση Γη ίσως
ή τη Γαιoθάλασσα
κι αυτούς τους κόσμους του διαστήματος
το παράξενο ταξίδι στ’ αστέρια
και τη μουσική που αρχίζει και δεν τελειώνει
που τελειώνει και δεν αρχίζει
σαν ατέρμονο ανέκδοτο
και το μαλλί λυμένο στον άνεμο
ν’ ανεμίζουν οι μαλλούρες
και την αιώνια κοτσίδα του
μαλλιά κοράκου χρώμα
και νύχια γαμψά
μια αιώνια συνήθεια
ίσως για να ξετυλίγει τα πακέτα πιο εύκολα
και να ξεφυλλίζει τα βιβλία πιο εύκολα
τον ατέλειωτο λαβύρινθο μιας βιβλιοθήκης
που αξιώθηκε να φτιάξει και να χαρεί
για λίγο έστω, για μερικά καλοκαίρια
πριν συναντηθεί με την επάρατο
στο σπίτι αυτό που πήγαμε με τον Γιώργο
και μας κοίταζε και δεν έβγαινε η φωνή
μερικά φωνήεντα μόνο
ίσως και σύμφωνα
δεν θυμάμαι, είχα τα χάλια μου
και πήγαμε ύστερα κατευθείαν
με το Γιώργο για ποτά
σκληρά ποτά σαν τη μοίρα
και άθλια ανέκδοτα
για τα Εξάρχεια, για την Ελενάρα ένα βράδυ
για τα περιοδικά που ανάστησε
για τη λάσπη που έφαγε
γέλασε ο Γιώργος
και γύρισε και μου είπε
αυτό που έλεγε ο Άγγελος
για κάτι άτομα που δεν αξίζαν τον κόπο
καλό παιδί
χρυσή καρδιά
να δίνεις και το βρακί σου
δεν κάνει για σπίτι
στο σπίτι που πέθανε ο Άγγελος
και βαράγανε τα τρομπόνια
και βαράγανε οι πίπιζες
και βαράγανε οι κιθάρες
στο φέρετρό του
η φρικοσύνη ακούμπησε
όπως στο φέρετρο του αλλουνού
ακουμπούσε η Ελλάδα